Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Ανεπιθύμητες ενέργειες για την Υγεία από την Χρήση Ινδικής Κάνναβης


Ανεπιθύμητες ενέργειες για την Υγεία από την Χρήση Ινδικής Κάνναβης

Nora D. Volkow, M.D., Ruben D. Baler, Ph.D., Wilson M. Compton, M.D., & Susan R.B. Weiss, Ph.D.

Από το Εθνικό Ινστιτούτο για την Χρήση Ουσιών (National Institute on Drug Abuse), Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ, Βηθεσδά, Μαίρυλαντ, ΗΠΑ- N Engl J Med 2014;370:2219-27. doi: 10.1056/NEJMra1402309
© 2014 Ιατρική Εταιρεία Μασσαχουσέττης, ΗΠΑ.

Υπό το φως ενός ταχύτατα μεταβαλλόμενου τοπίου που τείνει προς την νομιμοποίηση της ινδικής κάνναβης για σκοπούς τόσο ιατρικούς όσο και αναψυχής, είναι πλέον πιο πιθανό οι ασθενείς να ερωτήσουν τους ιατρούς τους για τις πιθανές ενέργειες, είτε ανεπιθύμητες είτε επωφελείς, επί της υγείας τους. Η λαϊκή άποψη φαίνεται να είναι ότι η ινδική κάνναβη συνιστά μια ακίνδυνη ευχαρίστηση, και η πρόσβαση σε αυτήν δεν θα πρέπει να υπάγεται σε ρυθμιστικούς κανόνες ούτε να θεωρείται παράνομη. Για την ώρα η ινδική κάνναβη είναι το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο «παράνομο» ναρκωτικό στις ΗΠΑ, με περίπου 12% των ανθρώπων ηλικίας 12 ετών και άνω να αναφέρουν χρήση της τον προηγούμενο χρόνο και ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά χρήσης μεταξύ των νέων1. Η συνηθέστερη οδός λήψης είναι η εισπνοή. Τα γκριζοπράσινα φύλλα και άνθη του φυτού Cannabis sativa καπνίζονται (μαζί με κλαδάκια και σπόρους) σε τσιγάρα, πούρα, πίπες, σωλήνες ήτα λεγόμενα «blunts» (ινδική κάνναβη τυλιγμένη σε φύλλα καπνού για τύλιγμα από πούρο). Το χασίς είναι ένα σχετικό προϊόν που δημιουργείται από την ρητίνη των ανθών της ινδικής κάνναβης και συνήθως καπνίζεται (μόνο του ή σε μίγμα με καπνό), αλλά επίσης μπορεί να καταποθεί. Η ινδική κάνναβη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε παρασκευή τσαγιού, ενώ το ελαιώδες εκχύλισμα μπορεί να αναμιχθεί σε προϊόντα τροφίμων.
Η τακτική χρήση της ινδικής κάνναβης κατά την διάρκεια της εφηβείας είναι ιδιαίτερης σημασίας, μια που η χρήση από αυτήν την ομάδα ηλικιών συσχετίζεται με αυξημένες πιθανότητες επιβλαβών συνεπειών2 (Πίνακας 1). Αν και πολλές μελέτες έχουν αναφέρει τα επιβλαβή αποτελέσματα, άλλες μελέτες δεν τα έχουν αναφέρει, και η συζήτηση για το εάν η ινδική κάνναβη είναι επικίνδυνη για την υγεία παραμένει το θέμα θερμών συζητήσεων. Εδώ θα προχωρήσουμε σε ανασκόπηση της παρούσας κατάστασης της επιστημονικής τεκμηρίωσης αναφορικά με τις ανεπιθύμητες ενέργειες της χρήσης της ινδικής κάνναβης σε συνθήκες αναψυχής, εστιάζοντας σε αυτές τις γνώσεις για τις οποίες η τεκμηρίωση είναι η ισχυρότερη.


Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Ο Κίνδυνος της Εξάρτησης
Παρά τις κάποιες εχθρικές συζητήσεις αναφορικά με το εάν η ινδική κάνναβη προκαλεί εξάρτηση, η τεκμηρίωση σαφέστατα υποδεικνύει ότι η μακροχρόνια χρήση ινδικής κάνναβης μπορεί να οδηγήσει στην εξάρτηση. Πραγματικά, το 9% εκείνων που πειραματίζονται με ινδική κάνναβη θα γίνουν εξαρτημένοι3 (σύμφωνα με τα κριτήρια εξάρτησης της τέταρτης έκδοσης του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών [DSM-IV]). Όμως η πιθανότητα αυτή αυξάνεται σε έναν στους έξι μεταξύ εκείνων που αρχίζουν την χρήση ινδικής κάνναβης ως έφηβοι και σε 25 έως 50% μεταξύ εκείνων που καπνίζουν ινδική κάνναβη καθημερινά4. Σύμφωνα με την Εθνική Ανασκόπηση για την Χρήση των Ναρκωτικών και την Υγεία του 2012, υπολογίζεται ότι 2,7 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 12 ετών και άνω πληρούν τα κριτήρια κατά DSM-IV για την εξάρτηση από την ινδική κάνναβη, και 5,1 εκατομμύρια άτομα πληρούν τα κριτήρια για εξάρτηση από οποιαδήποτε παράνομη ουσία1 (8,6 εκατομμύρια πληρούν τα κριτήρια εξάρτησης από τα οινοπνευματώδη1). Υπάρχει επίσης αναγνώριση ενός σοβαρού και γνήσιου συνδρόμου (στέρησης) από διακοπή της ινδικής κάνναβης5 (με συμπτώματα που συμπεριλαμβάνουν ευερεθιστότητα, διαταραχές του ύπνου, δυσφορία, ακατάσχετη επιθυμία αναζήτησης της ινδικής κάνναβης και άγχος), το οποίο κάνει την διακοπή δύσκολη και συμβάλλει στην υποτροπή. Ιδιαιτέρως στις εφηβικές ηλικίες η χρήση ινδικής κάνναβης δημιουργεί προβλήματα. Η αυξημένη ευαλωτότητα των εφήβων στις ανεπιθύμητες εκβάσεις σε βάθος χρόνου από την ινδική κάνναβη πιθανώς συνδέεται με το γεγονός ότι ο εγκέφαλος, και μαζί του το σύστημα των ενδοκανναβιδοειδών, είναι σε ενεργό ανάπτυξη κατά την διάρκεια της εφηβείας6.



ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Ανεπιθύμητες ενέργειες της βραχυχρόνιας χρήσης και της μακροχρόνιας ή βαριάς χρήσης της ινδικής κάνναβης.
Επιδράσεις της βραχυχρόνιας χρήσης
Μειωμένη βραχυπρόθεσμη μνήμη, γεγονός που καθιστά δύσκολη την μάθηση και την διατήρηση πληροφοριών
Μειωμένος συντονισμός των κινήσεων, παρεμβαίνοντας στην ικανότητα οδήγησης και αυξάνοντας τον κίνδυνο ατυχημάτων και τραυματισμών
Μεταβολή της ικανότητας κρίσης, αυξάνοντας τον κίνδυνο σεξουαλικών συμπεριφορών που διευκολύνουν την μετάδοση των σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών
Σε μεγάλες δόσεις, παράνοια και ψύχωση
Επιδράσεις της μακροχρόνιας ή της βαριάς χρήσης
Εξάρτηση (σε περίπου 9% των συνολικών χρηστών, το 17% των ατόμων που αρχίζουν τη χρήση στην εφηβεία, και 25-50% των ατόμων που είναι καθημερινοί χρήστες)*
Μεταβολή στην ανάπτυξη του εγκεφάλου*
Κακή εκπαιδευτική έκβαση, με αυξημένη πιθανότητα εγκατάλειψης του σχολείου*
Νοητικές διαταραχές, με χαμηλότερο IQ μεταξύ εκείνων που ήταν συχνοί χρήστες κατά τη διάρκεια της εφηβείας*
Μειωμένη ικανοποίηση από τη ζωή και τα επιτεύγματά τους (που προσδιορίζεται με βάση υποκειμενικά και αντικειμενικά μέτρα σε σχέση με αντίστοιχες αξιολογήσεις στο γενικό πληθυσμό) *
Συμπτώματα της χρόνιας βρογχίτιδας
Αυξημένος κίνδυνος χρόνιων ψυχωσικών διαταραχών (συμπεριλαμβανομένης της σχιζοφρένιας) σε άτομα με προδιάθεση για τέτοιες διαταραχές

* Η επίδραση συνδέεται στενά με την αρχική χρήση της ινδικής κάνναβης νωρίς στην εφηβεία



Πράγματι, η πρώιμη και τακτική χρήση ινδικής κάνναβης προβλέπει τον αυξημένο κίνδυνο εθισμού στην κάνναβη, ο οποίος με τη σειρά του προβλέπει αυξημένο κίνδυνο από τη χρήση άλλων παράνομων ουσιών7. Σε σύγκριση με τα άτομα που αρχίζουν να χρησιμοποιούν ινδική κάνναβη στην ενήλικο ζωή, αυτά που ξεκινούν στην εφηβεία έχουν περίπου 2 έως 4 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν συμπτώματα εξάρτησης από την κάνναβη εντός 2 ετών από την πρώτη χρήση8.

Επίδραση στην ανάπτυξη του εγκεφάλου
Ο εγκέφαλος παραμένει σε μια κατάσταση ενεργού ανάπτυξης καθοδηγούμενου από τις εμπειρίες, από την προγεννητική περίοδο, την παιδική ηλικία και την εφηβεία μέχρι την ηλικία των 21 περίπου ετών9. Κατά τη διάρκεια αυτών των αναπτυξιακών περιόδων, ο εγκέφαλος αυτός είναι εγγενώς πιο ευάλωτος από ένα ώριμο εγκέφαλο στις δυσμενείς μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των περιβαλλοντικών προσβολών, όπως η έκθεση σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC) που είναι το κύριο δραστικό συστατικό στην ινδική κάνναβη. Αυτή η άποψη έχει λάβει σημαντική τεκμηρίωση από μελέτες σε ζώα, οι οποίες, παραδείγματος χάριν, έχουν δείξει ότι η προγεννητική ή εφηβική έκθεση σε τετραϋδροκανναβινόλη μπορεί να επαναρρυθμίσει τη βαθμονόμηση της ευαισθησίας του συστήματος ανταμοιβής σε άλλες ουσίες10 και ότι η προγεννητική έκθεση παρεμβαίνει στην δυναμική του κυτταροσκελετού, η οποία είναι κρίσιμη για την δημιουργία των αξονικών συνδέσεων μεταξύ των νευρώνων11.
Σε σύγκριση με μη εκτεθειμένα στην ινδική κάνναβη άτομα ελέγχου, οι ενήλικες που καπνίζουν τακτικά ινδική κάνναβη κατά τη διάρκεια της εφηβείας παρουσιάζουν μειωμένη νευρική συνδεσιμότητα (λιγότερες ίνες) σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Αυτές περιλαμβάνουν το προσφηνοειδές λόβιο, έναν βασικό κόμβο που εμπλέκεται σε λειτουργίες που απαιτούν υψηλό βαθμό ολοκλήρωσης (π.χ., εγρήγορση και ενσυνείδητη επίγνωση), και η παρυφή του ιπποκάμπου, μια περιοχή του ιπποκάμπου η οποία είναι σημαντική για τη μάθηση και την μνήμη12. Μειωμένη λειτουργική συνδεσιμότητα έχει επίσης αναφερθεί στα προμετωπιαία δίκτυα που είναι υπεύθυνα για την εκτελεστική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένου του ανασταλτικού ελέγχου) και στα υποφλοιώδη δίκτυα, τα οποία επεξεργάζονται συνήθειες και αυτοματοποιημένες διαδικασίες13. Επιπλέον, οι μελέτες νευροαπεικόνισης σε άτομα που κάνουν χρήση κάνναβης αποκάλυψαν μειωμένη δραστηριότητα σε περιοχές του προμετωπιαίου φλοιού και μειωμένους όγκους του ιπποκάμπου14. Έτσι, συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου μπορεί να είναι πιο ευάλωτες από άλλες στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της ινδικής κάνναβης. Μια μελέτη έδειξε ότι η επιλεκτική αρνητική παλίνδρομη ρύθμιση των υποδοχέων κανναβινοειδών-1 (CB1) σε διάφορες περιοχές του φλοιού του εγκεφάλου σε μακροχρόνιους καπνιστές ινδικής κάνναβης συσχετίστηκε με τα έτη καπνίσματος της κάνναβης και ήταν αναστρέψιμη μετά από 4 εβδομάδες αποχής15. Αλλαγές στους υποδοχείς CB1 δεν παρατηρήθηκαν σε υποφλοιώδεις περιοχές.
Η αρνητική επίδραση της χρήσης ινδικής κάνναβης στη λειτουργική συνδεσιμότητα του εγκεφάλου είναι ιδιαίτερα γνωστή, όταν η χρήση αρχίζει στην εφηβεία ή την πρώιμη ενήλικο ζωή12, η οποία μπορεί να βοηθήσει στο να εξηγήσει το εύρημα της συσχέτισης μεταξύ της συχνής χρήσης της ινδικής κάνναβης από την εφηβεία στην ενηλικίωση και των σημαντικών μειώσεων στο νοητικό πηλίκο (IQ)16. Οι αρνητικές συνέπειες στην συνδεσιμότητα περιοχών του εγκεφάλου, οι οποίες συσχετίζονται με την έκθεση σε ινδική κάνναβη στην εφηβεία, είναι συμβατές με τα προκλινικά ευρήματα που να δείχνουν ότι το σύστημα κανναβινοειδών διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο στο σχηματισμό συνάψεων στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής του17.


Πιθανός ρόλος ως ουσία-πύλη για άλλες ουσίες
Τα επιδημιολογικά και προκλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση της μαριχουάνας στην εφηβεία θα μπορούσε να επηρεάσει πολλές εξαρτησιακές συμπεριφορές στην ενήλικη ζωή. Σε τρωκτικά που εκτέθηκαν σε κανναβινοειδή κατά τη διάρκεια της εφηβείας τους, υπάρχει μειωμένη αντιδραστικότητα των δοπαμινεργικών νευρώνων που διαμορφώνουν τις περιοχές ανταμοιβής του εγκεφάλου18. Η ενδομήτρια έκθεση των τρωκτικών στην κάνναβη μεταβάλλει την αναπτυξιακή ρύθμιση του μεσομεταιχμιακού δοπαμινεργικού συστήματος των επηρεαζόμενων τέκνων19. Αν η μειωμένη αντιδραστικότητα του δοπαμινεργικού συστήματος στις περιοχές ανταμοιβής του εγκεφάλου όντως ακολουθεί την πρώιμη έκθεση σε ινδική κάνναβη, τότε αυτό το αποτέλεσμα θα μπορούσε να βοηθήσει να εξηγήσει την αυξημένη ευαισθησία στην χρήση ναρκωτικών και στην εξάρτηση από διάφορες ουσίες αργότερα στη ζωή τους, γεγονός που έχει αναφερθεί στις περισσότερες επιδημιολογικές έρευνες20. Η θεωρία αυτή είναι επίσης σύμφωνη με μοντέλα σε πειραματόζωα που δείχνουν ότι η τετραϋδροκανναβινόλη μπορεί να ευοδώσει τον εγκέφαλο σε ενισχυμένες ανταποκρίσεις σε άλλες ουσίες21. Μολονότι αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν την ιδέα ότι η THC στην ινδική κάνναβη είναι μία ουσία-πύλη, άλλες ουσίες, όπως η αιθανόλη στα οινοπνευματώδη και η νικοτίνη μπορούν επίσης να κατηγοριοποιηθούν ως ουσίες-πύλες, αφού επίσης προάγουν μια αυξημένη ανταπόκριση του εγκεφάλου σε άλλες ουσίες22. Ωστόσο, μια εναλλακτική εξήγηση είναι ότι οι άνθρωποι που είναι πιο επιρρεπείς σε συμπεριφορές χρήσης ουσιών είναι απλά πιο πιθανό να ξεκινήσουν με την ινδική κάνναβη, λόγω της εύκολης πρόσβασης σε αυτή και ότι οι επακόλουθες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις τους με άλλους χρήστες ουσιών θα αυξήσουν την πιθανότητα δοκιμής άλλων ουσιών.

Σχέση με τις ψυχικές διαταραχές
Η τακτική χρήση ινδικής κάνναβης συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο άγχους και κατάθλιψης23, αλλά η αιτιότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Η ινδική κάνναβη συσχετίζεται επίσης με ψυχώσεις (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με τη σχιζοφρένεια), ιδιαίτερα μεταξύ των ατόμων με προϋπάρχουσα γενετική ευπάθεια24, και επιδεινώνει την πορεία της νόσου σε ασθενείς με σχιζοφρένεια. Η βαρύτερη χρήση ινδικής κάνναβης, η μεγαλύτερη ισχύς της ουσίας, καθώς και η έκθεση σε νεαρότερη ηλικία μπορούν όλα να επηρεάσουν αρνητικά την πορεία της νόσου (π.χ., με την εμφάνιση του πρώτου ψυχωσικού επεισοδίου κατά 2 έως 6 έτη25).
Ωστόσο, είναι από την φύση του δύσκολο το να αποδειχθεί αιτιότητα σε αυτούς τους τύπους των μελετών, επειδή και άλλοι παράγοντες εκτός από τη χρήση ινδικής κάνναβης μπορεί να συσχετίζονται άμεσα με τον κίνδυνο ψυχικών διαταραχών. Επιπλέον, και άλλοι παράγοντες μπορεί να προδιαθέτουν ένα άτομο τόσο στη χρήση ινδικής κάνναβης όσο και σε κάποια ψυχική διαταραχή. Αυτό καθιστά δύσκολο να αποδοθεί με βεβαιότητα ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης ψυχικών διαταραχών στη χρήση ινδικής κάνναβης.

Επίδραση στην Απόδοση στο Σχολείο και στα Επιτεύγματα της Ζωής
Στην έρευνα «Monitoring the Future» του 2013 για τους μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης26 το 6,5% των μαθητών της τελευταίας τάξης ανέφεραν καθημερινή ή σχεδόν καθημερινή χρήση ινδικής κάνναβης, και το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει μάλλον μια υποτίμηση της χρήσης, δεδομένου ότι οι νέοι που έχουν εγκαταλείψει το σχολείο μπορεί να έχουν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά συχνής χρήσης της27. Δεδομένου ότι η χρήση ινδικής κάνναβης προκαλεί έκπτωση των κρίσιμων γνωσιακών λειτουργιών, τόσο κατά τη διάρκεια της οξείας τοξίκωσης αλλά και για μέρες μετά τη χρήση28, πολλοί μαθητές θα μπορούσαν να λειτουργούν σε ένα γνωσιακό επίπεδο που είναι κάτω από τις φυσικές τους ικανότητες για μεγάλες χρονικές περιόδους. Αν και οι οξείες επιδράσεις μπορεί να υποχωρήσουν μετά την αποβολή της τετραϋδροκανναβινόλης από τον εγκέφαλο, ωστόσο η χρήση της θέτει σοβαρούς κινδύνους για την υγεία που μπορεί να αναμένεται να συσσωρεύονται με την μακροχρόνια ή την βαριά χρήση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η χρήση αυτή οδηγεί σε μετρήσιμες και μακράς διάρκειας γνωστικές διαταραχές16, ιδιαίτερα μεταξύ εκείνων που άρχισαν να χρησιμοποιούν ινδική κάνναβη στην αρχή της εφηβείας. Επιπλέον, η αδυναμία μάθησης στο σχολείο, ακόμη και για μικρές ή σποραδικές περιόδους (μια δευτερεύουσα επίδραση της οξείας τοξίκωσης), θα επηρεάζει την επακόλουθη ικανότητα να επιτύχει ολοένα και πιο δύσκολους εκπαιδευτικούς στόχους, ένα εύρημα που μπορεί επίσης να εξηγήσει τη σχέση μεταξύ τακτική χρήση ινδικής κάνναβης και πτωχών βαθμολογικών επιδόσεων29.
Η σχέση μεταξύ της χρήσης κάνναβης από τους νέους και των ψυχοκοινωνικών βλαβών είναι πιθανό να είναι πολυδιάστατη, κάτι που μπορεί να εξηγήσει τις ανακολουθίες μεταξύ των μελετών. Για παράδειγμα, μερικές μελέτες δείχνουν ότι τα μακροπρόθεσμα ελλείμματα μπορεί να είναι αναστρέψιμα και να παραμένουν μικρά και να μην προκαλούν αναπηρίες όταν ένα άτομο περάσει σε αποχή από την χρήση30. Άλλες μελέτες δείχνουν ότι η μακροχρόνια, βαριά χρήση της ινδικής κάνναβης έχει ως συνέπεια έκπτωση της μνήμης και της προσοχής που επιμένει και επιδεινώνεται με τον αυξανόμενο αριθμό ετών χρόνιας συστηματικής χρήσης31 και με την έναρξη της χρήσης στην εφηβεία32. Όπως προαναφέρθηκε, η πρώιμη χρήση της ινδικής κάνναβης συνδέεται με μειωμένη σχολική επίδοση και αυξημένο κίνδυνο εγκατάλειψης του σχολείου27,29 αν και οι αναφορές για κοινούς περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζουν τους κινδύνους από τη χρήση κάνναβης σε νεαρή ηλικία και την εγκατάλειψη του σχολείου33 δείχνουν ότι η σχέση μπορεί να είναι πιο περίπλοκη. Η βαριά χρήση ινδικής κάνναβης έχει συνδεθεί με μικρότερα εισοδήματα, με την ανεργία, με μεγαλύτερη ανάγκη για κοινωνικοοικονομική υποστήριξη, με την εγκληματική συμπεριφορά, και με μικρότερη ικανοποίηση από την ζωή2,34.

Κίνδυνος Τροχαίων Ατυχημάτων
Τόσο η άμεση όσο και η μακροχρόνια έκθεση στην ινδική κάνναβη μειώνουν την ικανότητα οδήγησης - η ινδική κάνναβη είναι η πιο συχνά αναφερόμενη παράνομη ουσία σε συσχετισμό τόσο με μειωμένη ικανότητα οδήγησης όσο και με τροχαία ατυχήματα, συμπεριλαμβανομένων των θανατηφόρων35. Υπάρχει μια σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης τετραϋδροκανναβιόλης στο αίμα και της απόδοσης σε ελεγχόμενες έρευνες προσομοίωσης οδήγησης36, που προβλέπουν καλά την ικανότητα οδήγησης στον πραγματικό κόσμο. Η πρόσφατη χρήση με κάπνισμα της ινδικής κάνναβης και τα επίπεδα τετραϋδροκανναβινόλης μεταξύ 2-5ng/ml συσχετίζονται με μεγάλη έκπτωση της ικανότητας οδήγησης37. Σύμφωνα με μια μετα-ανάλυση, ο συνολικός κίνδυνος εμπλοκής σε τροχαίο διπλασιάζεται όταν ένα άτομο οδηγεί αμέσως μετά την χρήση ινδικής κάνναβης37. Σε μια ανάλυση ευθυνών σε τροχαία ατυχήματα, τα άτομα που βρέθηκαν θετικά μετά από έλεγχο για χρήση τετραϋδροκανναβινόλης (τυπικά ελάχιστα επίπεδα εντοπισμού 1 ng/ml), και ιδιαίτερα εκείνα με μεγαλύτερα επίπεδα αίματος, ήταν κατά 3 έως 7 φορές πιθανότερο να είναι υπεύθυνα για τροχαία ατυχήματα σε σύγκριση με άτομα που δεν είχαν χρησιμοποιήσει ουσίες ή αλκοόλ πριν οδηγήσουν38. Συγκριτικά, ο συνολικός κίνδυνος τροχαίου ατυχήματος πενταπλασιάζεται για οδηγούς με επίπεδα αιθανόλης αίματος άνω του 0,08%, που είναι το νόμιμο όριο στις περισσότερες χώρες, ενώ αυξάνεται κατά 27 φορές σε άτομα κάτω των 21 ετών39. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν το ότι ο κίνδυνος που συσχετίζεται με την συνδυασμένη χρήση οινοπνευματωδών-κάνναβης φαίνεται να είναι μεγαλύτερος από την χρήση καθεμιάς ουσίας ξεχωριστά37.

Κίνδυνος για καρκίνο και άλλες επιδράσεις στην υγεία
Τα αποτελέσματα του μακροχρόνιου καπνίσματος ινδικής κάνναβης επί του κινδύνου καρκίνου των πνευμόνων δεν είναι σαφή. Παραδείγματος χάριν, η χρήση της ινδικής κάνναβης κατά το ισοδύναμο των 30 ή και περισσότερων «τσιγαριλικιών»-έτη (με ένα τσιγαριλίκι-έτος ινδικής κάνναβης να ισοδυναμεί με καθημερινή κατανάλωση ενός «τσιγαριλικιού» επί ένα χρόνο) συσχετίστηκε με αυξημένη επίπτωση καρκίνου των πνευμόνων και αρκετούς καρκίνους του ανώτερου αναπνευστικού και γαστρεντερικού - όμως η συσχέτιση εξαφανίστηκε μετά από προσαρμογή για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες όπως το κάπνισμα τσιγάρων40. Αν και η πιθανότητα θετικής συσχέτισης μεταξύ του καπνίσματος της ινδικής κάνναβης και του καρκίνου δεν μπορεί να αποκλειστεί41, τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι ο κίνδυνος είναι μικρότερος με την κάνναβη παρά με τον καπνό40. Όμως το κάπνισμα τσιγάρων που περιέχουν και ινδική κάνναβη και καπνό είναι ένας πιθανός συγχυτικός παράγοντας με επιπολασμό που ποικίλλει δραματικά ανά τον κόσμο.
Το κάπνισμα ινδικής κάνναβης συνδέεται επίσης με φλεγμονή των μεγάλων αεραγωγών, αυξημένη αντίσταση των αεραγωγών και πνευμονική υπερδιάταση, συσχετίσεις που είναι συμβατές με το γεγονός ότι οι τακτικοί καπνιστές ινδικής κάνναβης είναι πιο πιθανό να αναφέρουν συμπτώματα χρόνιας βρογχίτιδας σε σχέση με τους μη καπνιστές42 - ωστόσο, η μακροπρόθεσμη επίδραση των χαμηλών επιπέδων έκθεσης σε ινδική κάνναβη δεν φαίνεται να είναι σημαντική43. Η ανοσολογική επάρκεια του αναπνευστικού συστήματος σε καπνιστές ινδικής κάνναβης μπορεί επίσης να τεθεί σε κίνδυνο, όπως υποδεικνύεται από τα αυξημένα ποσοστά των λοιμώξεων του αναπνευστικού και πνευμονίας44. Η χρήση ινδικής κάνναβης έχει επίσης συσχετισθεί με αγγειακές διαταραχές που αυξάνουν τους κινδύνους εμφράγματος του μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου, και παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου κατά τη διάρκεια της τοξίκωσης με ινδική κάνναβη45. Οι πραγματικοί μηχανισμοί που διέπουν τις επιδράσεις της ινδικής κάνναβης για τα καρδιαγγειακά και εγκεφαλικά συστήματα είναι πολύπλοκοι και όχι πλήρως κατανοητοί. Ωστόσο, οι άμεσες επιδράσεις των κανναβινοειδών σε διάφορους υποδοχείς στόχο (δηλαδή, τους υποδοχείς CB1 στα αρτηριακά αιμοφόρα αγγεία) και τις έμμεσες επιπτώσεις στην αγγειοδραστικούς ενώσεις46 μπορεί να εξηγήσει τις επιβλαβείς επιδράσεις της ινδικής κάνναβης στην αγγειακή αντίσταση και την μικροκυκλοφορία των στεφανιαίων αγγείων47.


ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΚΕΝΑ ΣΤΙΣ ΓΝΩΣΕΙΣ

Οι περισσότερες από τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της χρήσης ινδικής κάνναβης που συνοψίζονται εδώ έχουν παρατηρηθεί μεταξύ των βαρέων ή των μακροχρόνιων χρηστών, αλλά πολλοί (και συχνά συγκαλυμμένοι) συγχυτικοί παράγοντες μειώνουν την ικανότητά μας να αποδείξουμε αιτιότητα (συμπεριλαμβανομένης της συχνής χρήσης της ινδικής κάνναβης σε συνδυασμό με άλλες ουσίες). Αυτοί οι παράγοντες περιπλέκουν επίσης την ικανότητά μας να εκτιμηθεί η πραγματική επίδραση της ενδομήτριας έκθεσης στην ινδική κάνναβη. Πράγματι, παρά τη χρήση της ινδικής κάνναβης από έγκυες γυναίκες48, και τα μοντέλα σε πειραματόζωα που υποδηλώνουν ότι η έκθεση της κάνναβης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να μεταβάλλει τις κανονικές διαδικασίες και πορείες της ανάπτυξης του εγκεφάλου49, η κατανόησή μας για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της προγεννητικής έκθεσης ανθρώπων στην ινδική κάνναβη είναι πολύ πτωχή.
Η περιεκτικότητα σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC), ή δραστικότητα, της ινδικής κάνναβης, που εντοπίστηκε σε κατασχεθέντα δείγματα, έχει αυξηθεί σταθερά από περίπου 3% το 1980 σε 12% το 201250 (Εικ. 1Α). Αυτή η αύξηση της περιεκτικότητας σε THC προκαλεί ανησυχίες ότι οι συνέπειες της χρήσης ινδικής κάνναβης μπορεί να είναι χειρότερες από ότι στο παρελθόν και μπορεί να ευθύνονται για τις σημαντικές αυξήσεις στις επισκέψεις στο τμήμα επειγόντων περιστατικών από άτομα που αναφέρουν χρήση ινδικής κάνναβης51 (Εικ. 1Β) και τις αυξήσεις στα θανατηφόρα τροχαία αυτχήματα35. Αυτή η αύξηση της περιεκτικότητας σε THC με την πάροδο του χρόνου θέτει επίσης ερωτήματα σχετικά με την τρέχουσα σημασία των ευρημάτων σε παλαιότερες μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις της χρήσης ινδικής κάνναβης, ειδικά μελέτες που αξιολόγησαν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.



Εικόνα 1. Αυξήσεις με την πάροδο του χρόνου της συγκέντρωσης της τετραϋδροκανναβινόλης (THC) στην ινδική κάνναβη και του αριθμού των Επισκέψεων στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών που αφορούν στην χρήση μαριχουάνας, κοκαΐνης, ή ηρωίνης.


Το Γράφημα Α δείχνει την αυξανόμενη ισχύ της ινδικής κάνναβης (δηλαδή, την συγκέντρωσή της σε THC) σε δείγματα που κατασχέθηκαν από την Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών των ΗΠΑ μεταξύ των ετών 1995 και 2012
50.

  Το Γράφημα Β παρέχει εκτιμήσεις για τον αριθμό των επισκέψεων στο τμήμα επειγόντων περιστατικών που αφορούν τη χρήση επιλεγμένων παράνομων ουσιών (ινδική κάνναβη, κοκαΐνη και ηρωίνη) είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με άλλες ουσίες μεταξύ των ετών 2004 και 201151. Μεταξύ αυτών των τριών φαρμάκων, μόνο η ινδική κάνναβη, χρησιμοποιούμενη είτε σε συνδυασμό με άλλες ουσίες είτε μόνη της, συνδέθηκε με σημαντικές αυξήσεις στον αριθμό των επισκέψεων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (αύξηση 62% όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλες ουσίες και αύξηση κατά 100% όταν χρησιμοποιείται μόνη της, Ρ <0,05 και για τις δύο συγκρίσεις).



Υπάρχει επίσης ανάγκη να βελτιωθεί η κατανόησή μας για το πώς να αξιοποιηθούν τα πιθανά ιατρικά οφέλη του φυτού της ινδικής κάνναβης, χωρίς να εκθέτουν τους ανθρώπους που είναι άρρωστοι στους ενδογενείς κινδύνους του. Η επίσημη έκθεση από το Ινστιτούτο Ιατρικής, «Ινδική Κάνναβη και Ιατρική»52, αναγνωρίζει τα πιθανά οφέλη του καπνίσματος ινδικής κάνναβης στην τόνωση της όρεξης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (AIDS) και το σχετικό σύνδρομο καχεξίας, καθώς και στην καταπολέμηση της προκαλούμενης από την χημειοθεραπεία ναυτίας και εμέτου, του έντονου άλγους, και κάποιων μορφών της σπαστικότητας. Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι υπάρχουν κάποια στοιχεία για το όφελος της χρησιμοποίησης της ινδικής κάνναβης στην μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης στην θεραπεία του γλαυκώματος. Παρ’ όλα αυτά, η έκθεση τονίζει τη σημασία της εστίασης των ερευνητικών προσπαθειών στις θεραπευτικές δυνατότητες των συνθετικών ή φαρμακευτικά καθαρών κανναβινοειδών52. Ορισμένοι γιατροί εξακολουθούν να συνταγογραφούν ινδική κάνναβη για ιατρικούς σκοπούς παρά τις περιορισμένες ενδείξεις για κάποιο όφελος (βλέπε πλαίσιο). Αυτή η πρακτική δημιουργεί ιδιαίτερες ανησυχίες αναφορικά με τη μακροχρόνια χρήση του από ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Για παράδειγμα, υπάρχουν κάποια στοιχεία που δείχνουν ότι σε ασθενείς με συμπτώματα του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) ή AIDS, η χρήση ινδικής κάνναβης μαριχουάνας μπορεί στην πραγματικότητα να επιδεινώσει τα γνωσιακά ελλείμματα που συσχετίζονται με τον HIV75.




Κλινικές καταστάσεις με συμπτώματα που θα μπορούσαν να βελτιωθούν από την αντιμετώπιση με ινδική κάνναβη ή άλλα κανναβινοειδή.*

Γλαύκωμα
Τα πρώιμα στοιχεία για τα οφέλη της ινδικής κάνναβης σε ασθενείς με γλαύκωμα (μιας νόσου που συνδέεται με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση) μπορεί να είναι συνεπή με την ικανότητά της να προκαλεί παροδική μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης53,54 αλλά οι άλλες συνηθισμένες θεραπευτικές επιλογές είναι επί του παρόντος πιο αποτελεσματικές. Η τετραϋδροκανναβινόλη (THC), η κανναβινόλη και η ναβιλόνη (ένα συνθετικό κανναβινοειδές παρόμοιο με την THC), αλλά όχι η κανναβιδόλη, φάνηκε ότι μειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση στα κουνέλια55,56. Απαιτείται περισσότερη έρευνα για να διαπιστωθεί αν τα μόρια που τροποποιούν το σύστημα των ενδοκανναβινοειδών μπορεί να μειώσουν όχι μόνο την ενδοφθάλμια πίεση αλλά επίσης και να παρέχουν ένα νευροπροστατευτικό όφελος σε ασθενείς με γλαύκωμα57.

Ναυτία
Η αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με τις χημειοθεραπείες ήταν μία από τις πρώτες ιατρικές χρήσεις της τετραϋδροκανναβινόλης (THC) και άλλων κανναβιδοειδών58. Η THC είναι ένα αποτελεσματικό αντιεμετικό σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία59, αλλά οι ασθενείς συχνά αναφέρουν ότι η ινδική κάνναβη είναι πιο αποτελεσματική στην καταστολή της ναυτίας. Άλλες, αγνώστων στοιχείων ενώσεις στην ινδική κάνναβη μπορούν να ενισχύουν την επίδραση της THC (όπως φαίνεται να είναι η περίπτωση με την THC και την κανναβιδιόλη, τα οποία λειτουργούν μέσω διαφορετικών αντιεμετικών μηχανισμών)60. Παραδόξως όμως, με την επαναλαμβανόμενη χρήση ινδικής κάνναβης έχουν αναφερθεί αυξημένοι έμετοι (υπερέμεση).

Ανορεξία συσχετιζόμενη με AIDS και σύνδρομο καχεξίας
Οι αναφορές υποδεικνύουν ότι η κάνναβη καπνιζόμενη ή από του στόματος λαμβανόμενη βελτιώνει την όρεξη και οδηγεί σε αύξηση του σωματικού βάρους και βελτίωση της διάθεσης και της ποιότητας ζωής των ασθενών με AIDS61. Ωστόσο δεν υπάρχει μακροχρόνια ή ισχυρή τεκμηρίωση μιας σταθερής επίδρασης της κάνναβης για την συσχετιζόμενη με το AIDS νοσηρότητα και θνησιμότητα, με ένα αποδεκτό προφίλ ασφάλειας, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ενσωμάτωσή της στην τρέχουσα κλινική πρακτική για τους ασθενείς που λαμβάνουν αποτελεσματική αντιρετροϊκή θεραπεία62. Τα δεδομένα από τις λίγες μελέτες που έχουν διερευνήσει την πιθανή θεραπευτική αξία των κανναβινοειδών για αυτό τον πληθυσμό ασθενών δεν είναι οριστικά62.

Χρόνιο άλγος
Η ινδική κάνναβη έχει χρησιμοποιηθεί εδώ και αιώνες για την ανακούφιση από τον πόνο. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα κανναβινοειδή δρουν μέσω των κεντρικών CB1-υποδοχέων (υποδοχέων κανναβιδοειδών-1), και ενδεχομένως μέσω των περιφερικών υποδοχέων CB1 και CB2 (υποδοχέων κανναβιδοειδών-2)63 παίζουν σημαντικό ρόλο στην τροποποίηση των αλγεινών ανταποκρίσεων σε διάφορα μοντέλα πόνου. Αυτά τα ευρήματα είναι συμβατά με τις αναφορές ότι η ινδική κάνναβη μπορεί να είναι αποτελεσματική στην ανακούφιση του νευροπαθητικού πόνου64,65 ακόμη και σε πολύ χαμηλά επίπεδα THC (1,29%)66. Τόσο η ινδική κάνναβη όσο και η δροναβινόλη, ένα φαρμακευτικό σκεύασμα της THC, μειώνουν τον πόνο, αλλά η δροναβινόλη μπορεί να οδηγήσει σε πιο μακροχρόνιες μειώσεις της ευαισθησίας στον πόνο και μικρότερα ποσοστά επιδράσεων ανταμοιβής67.

Φλεγμονή
Τα κανναβινοειδή (π.χ., τετραϋδροκανναβινόλη [THC] και κανναβιδιόλη) έχουν σημαντικές αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις, λόγω της ικανότητάς τους να επάγουν την απόπτωση, να αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων, και να καταστέλλουν την παραγωγή κυτταροκινών68. Η κανναβιδιόλη έχει προσελκύσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως αντιφλεγμονώδης παράγοντας, λόγω της έλλειψης των ψυχοδραστικών επιδράσεων που παρουσιάζει58. Τα μοντέλα σε πειραματόζωα έχουν δείξει ότι η κανναβιδιόλη είναι ένας υποσχόμενος υποψήφιος για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας58 και των φλεγμονωδών παθήσεων του γαστρεντερικού (π.χ., ελκώδης κολίτιδα και νόσος του Crohn)69.

Σκλήρυνση κατά πλάκας
Το Nabiximols (ιδιοσκεύασμα Sativex, GW Pharmaceuticals, Μεγάλη Βρετανία), ένα εκνέφωμα (spray) του στοματικού βλεννογόνου που ψεκάζει ένα μείγμα THC και κανναβιδιόλης, φαίνεται να είναι αποτελεσματική θεραπεία για τον νευροπαθητικό πόνο, τις διαταραχές του ύπνου και την σπαστικότητα σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας. Το ιδιοσκεύασμα Sativex κυκλοφορεί στην Μεγάλη Βρετανία, τον Καναδά και μερικές άλλες χώρες70,71 και βρίσκεται σε κλινικές δοκιμές φάσης 3 στις ΗΠΑ προκειμένου να λάβει έγκριση από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (Food and Drug AdministrationFDA)..

Επιληψία
Σε μια πρόσφατη μικρή μελέτη ασθενών που χρησιμοποιούσαν ινδική κάνναβη με μεγάλη περιεκτικότητα κανναβιδιόλης για την αντιμετώπιση των επιληπτικών σπασμών των παιδιών τους72, το 11% (2 οικογένειες από τις 19 που ικανοποιούσαν τα κριτήρια συμπερίληψης στην έρευνα) ανέφεραν πλήρη εξάλειψη των σπασμών, το 42% (8 οικογένειες) ανέφεραν μείωση της συχνότητας των σπασμών άνω του 80%, και 32% (6 οικογένειες) ανέφεραν μείωση της συχνότητας των σπασμών κατά 25-60%. Αν και αυτές οι αναφορές είναι υποσχόμενες, είναι ανεπαρκή τα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας για την χρήση βοτανικών μορφών της ινδικής κάνναβης στην θεραπεία της επιληψίας73. Όμως, υπάρχουν αυξανόμενα αποτελέσματα του ρόλους της κανναβιδιόλης ως αντιεπιληπτικού σε μοντέλα πειραματόζωων74




Ομοίως, απαιτείται περισσότερη έρευνα για να κατανοήσουμε τις πιθανές επιπτώσεις της χρήσης ινδικής κάνναβης στην μείωση της γνωστικής λειτουργίας σε σχέση με την ηλικία σε γενικές γραμμές και στην έκπτωση της μνήμης ειδικότερα. Απαιτείται έρευνα σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους οι κυβερνητικές πολιτικές για την ινδική κάνναβη επηρεάζουν τις εκβάσεις για τη δημόσια υγεία. Η κατανόησή μας για τις επιπτώσεις της πολιτικής στις δυνάμεις της αγοράς είναι αρκετά περιορισμένη (π.χ., η γοητεία των νέων ρευμάτων φορολογικών εσόδων από την νόμιμη πώληση της ινδικής κάνναβης, πόλεμοι τιμών, η στοχευμένη προς την νεολαία διαφήμιση, και η εμφάνιση των φαρμάκων με βάση την κάνναβη που εγκρίθηκαν από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων), όπως είναι η κατανόησή μας για τις αλληλένδετες μεταβλητές των αντιλήψεων σχετικά με τη χρήση, τους τύπους χρήσης και τα αποτελέσματα.
Ιστορικά, υπήρξε μια αντίστροφη συσχέτιση μεταξύ της χρήσης ινδικής κάνναβης και της αντίληψης των κινδύνων στους εφήβους (Εικ. 2Α). Υποθέτοντας ότι αυτή η αντίστροφη σχέση είναι αιτιολογική, θα μπορούσε η μεγαλύτερη ανεκτικότητα στον πολιτισμό και την κοινωνική πολιτική να οδηγήσει σε αύξηση του αριθμού των νέων που εκτίθενται σε ινδική κάνναβη σε τακτική βάση; Μεταξύ των μαθητών στην τελευταία τάξη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ο αναφερόμενος επιπολασμός του συστηματικού καπνίσματος ινδικής κάνναβης έχει αυξηθεί σταθερά τα τελευταία χρόνια και μπορεί σύντομα να ξεπεράσει τα όρια για το τακτικό κάπνισμα καπνού (Σχ. 2Β). Χρειαζόμαστε επίσης πληροφορίες σχετικά με τις επιπτώσεις της έμμεσης έκθεσης στον καπνό της κάνναβης και στα κανναβινοειδή. Η έμμεση έκθεση είναι ένα σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας στα πλαίσια του καπνίσματος καπνού, αλλά δεν έχουμε μια σαφή κατανόηση των επιπτώσεων της έμμεσης έκθεσης στην ινδική κάνναβη76. Οι έρευνες σε πολιτείες των ΗΠΑ (π.χ., Κολοράντο, Καλιφόρνια, και την Ουάσιγκτον) και σε άλλες χώρες (π.χ. Ουρουγουάη, Πορτογαλία και Ολλανδία), όπου οι κοινωνικές και νομικές πολιτικές μετατοπίζονται, μπορούν να παράσχουν σημαντικά στοιχεία για τη διαμόρφωση των μελλοντικών πολιτικών.


Εικόνα 2. Η χρήση της ινδικής κάνναβης σε σχέση με το αντιλαμβανόμενο κίνδυνο και την καθημερινή χρήση καπνού ή κάνναβης μεταξύ μαθητών των ΗΠΑ στην τελευταία τάξη της Μέσης Εκπαίδευσης, 1975-2013.
Το Γράφημα Α δείχνει την αντίστροφη συσχέτιση μεταξύ της αντίληψης του κινδύνου που συσχετίζεται με την χρήση ινδικής κάνναβης και την πραγματική χρήση. Ο αντιλαμβανόμενος κίνδυνος συσχετίζεται με το ποσοστό των εφήβων που αναφέρουν ότι η χρήση της μαριχουάνας είναι επικίνδυνη.
Το Γράφημα Β δείχνει το ποσοστό των μαθητών που ανέφεραν καθημερινή χρήση τσιγάρων καπνού ή ινδικής κάνναβης τις προηγούμενες 30 ημέρες. Τα δεδομένα και στα δυο γραφήματα προέρχονται από την εργασία των Johnston και συνεργατών26.


Πίνακας 2. Επίπεδο εμπιστοσύνης στις Αποδείξεις για τις Ανεπιθύμητες Ενέργειες της Ινδικής Κάνναβης στην Υγεία και την Ευζωία.
Επίδραση
Συνολικό Επίπεδο Εμπιστοσύνης*
Εξάρτηση από την ινδική κάνναβη και άλλες ουσίες
Υψηλό
Παθολογική ανάπτυξη εγκεφάλου
Μέτριο
Προαγωγή χρήσης άλλων ουσιών
Μέτριο
Σχιζοφρένεια
Μέτριο
Κατάθλιψη ή άγχος
Μέτριο
Μείωση των επιτευγμάτων κατά την διάρκεια της ζωής
Υψηλό
Τροχαία ατυχήματα
Υψηλό
Συμπτώματα χρόνιας βρογχίτιδας
Υψηλό
Καρκίνος πνεύμονος
Χαμηλό
* Το ενδεικνυόμενο συνολικό επίπεδο εμπιστοσύνης στον συσχετισμό μεταξύ της χρήσης ινδικής κάνναβης και των παρατιθέμενων επιδράσεων αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια να καταταχθεί η ισχύς των τρεχόντων στοιχείων , ειδικά σε σχέση με την βαριά ή μακροχρόνια χρήση και την χρήση που ξεκινά στην εφηβεία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η χρήση της ινδικής κάνναβης έχει συσχετιστεί με σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες, μερικές από τις οποίες έχουν καθοριστεί με υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης (Πίνακας 2). Η ινδική κάνναβη, όπως και άλλες ουσίες σε κατάχρηση, μπορεί να οδηγήσει σε εθισμό. Κατά τη διάρκεια της τοξίκωσης, η ινδική κάνναβη μπορεί να επηρεάσει τη γνωσιακή λειτουργία (π.χ., μνήμη και αντίληψη του χρόνου) και την κινητική λειτουργία (π.χ., συντονισμός), και αυτές οι επιδράσεις μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες (π.χ. τροχαία ατυχήματα). Η επαναλαμβανόμενη χρήση ινδικής κάνναβης κατά την εφηβεία μπορεί να οδηγήσει σε μακροχρόνιες αλλαγές στη λειτουργία του εγκεφάλου που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τα εκπαιδευτικά, επαγγελματικά και κοινωνικά επιτεύγματα. Ωστόσο, οι επιδράσεις μιας ουσίας (νόμιμης ή παράνομης) στην ανθρώπινη υγεία δεν καθορίζεται μόνο από τις φαρμακολογικές ιδιότητες της, αλλά και από την διαθεσιμότητά της και την κοινωνική αποδοχή. Από αυτή την άποψη, οι νόμιμα εξαρτησιογόνες ουσίες (αλκοόλ και καπνός) προσφέρουν μια όντως αφυπνιστική προοπτική, που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο βάρος της νόσου που συνδέεται με τις ουσίες77 όχι επειδή είναι πιο επικίνδυνες από τις παράνομες ουσίες, αλλά επειδή το νομικό καθεστώς τους επιτρέπει την πιο εκτεταμένη έκθεση. Δεδομένου ότι η πολιτική μετατοπίζεται προς τη νομιμοποίηση της ινδικής κάνναβης, είναι λογικό και ίσως συνετό να υποθέτουν ότι η χρήση τους θα αυξηθεί και ότι, κατά συνέπεια, έτσι θα αυξηθεί και ο αριθμός των ατόμων για τα οποία θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την υγεία τους.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Center for Behavioral Health Statis¬tics and Quality. National survey on drug use and health. Rockville, MD: Substance Abuse & Mental Health Services Adminis¬tration, 2013.
2. Fergusson DM, Boden JM. Cannabis use and later life outcomes. Addiction 2008;103:969-76.
3. Lopez-Quintero C, Perez de los Cobos J, Hasin DS, et al. Probability and predic¬tors of transition from first use to depen¬dence on nicotine, alcohol, cannabis, and cocaine: results of the National Epidemio¬logic Survey on Alcohol and Related Con-ditions (NESARC). Drug Alcohol Depend 2011;115:120-30.
4. Hall W, Degenhardt L. Adverse health effects of non-medical cannabis use. Lan¬cet 2009;374:1383-91.
5. Gorelick DA, Levin KH, Copersino ML, et al. Diagnostic criteria for cannabis withdrawal syndrome. Drug Alcohol De¬pend 2012;123:141-7.
6. Mechoulam R, Parker LA. The endo- cannabinoid system and the brain.Annu Rev Psychol 2013;64:21-47.
7. Hall W, Degenhardt L. Prevalence and correlates of cannabis use in developed and developing countries. CurrOpinPsy¬chiatry 2007;20:393-7.
8. Chen CY, Storr CL, Anthony JC. Early- onset drug use and risk for drug depen¬dence problems. Addict Behav 2009;34: 319-22.
9. Gogtay N, Giedd JN, Lusk L, et al. Dynamic mapping of human cortical de¬velopment during childhood through early adulthood. ProcNatlAcadSci U S A 2004;101:8174-9.
10. Dinieri JA, Hurd YL. Rat models of prenatal and adolescent cannabis expo¬sure. Methods MolBiol 2012;829:231-42.
11. Tortoriello G, Morris CV, Alpar A, et al. Miswiring the brain: Δ9-tetrahydro- cannabinol disrupts cortical development by inducing an SCG10/stathmin-2 degra¬dation pathway. EMBO J 2014;33:668-85.
12. Zalesky A, Solowij N, Yucel M, et al. Effect of long-term cannabis use on axo¬nal fibre connectivity. Brain 2012;135: 2245-55.
13. Filbey F, Yezhuvath U. Functional con¬nectivity in inhibitory control networks and severity of cannabis use disorder. Am J Drug Alcohol Abuse 2013;39:382-91.
14. Batalla A, Bhattacharyya S, Yucel M, et al. Structural and functional imaging studies in chronic ca nnabis users: a sys¬tematic review of adolescent and adult findings. PLoS One 2013;8(2):e55821.
15. Hirvonen J, Goodwin RS, Li C-T, et al. Reversible and regionally selective down- regulation of brain cannabinoid CB1 recep¬tors in chronic daily cannabis smokers. Mol Psychiatry 2012;17:642-9.
16. Meier MH, Caspi A, Ambler A, et al. Persistent cannabis users show neuropsy¬chological decline from childhood to mid¬life. ProcNatlAcadSci U S A 2012;109(40): E2657-E2564.
17. Gaffuri AL, Ladarre D, Lenkei Z. Type-1 cannabinoid receptor signaling in neuronal development. Pharmacology 2012;90:19-39.
18. Pistis M, Perra S, Pillolla G, Melis M, Muntoni AL, Gessa GL. Adolescent expo¬sure to cannabinoids induces long-lasting changes in the response to drugs of abuse of rat midbrain dopamine neurons. Biol Psychiatry 2004;56:86-94.
19. DiNieri JA, Wang X, Szutorisz H, et al. Maternal cannabis use alters ventral stria¬tal dopamine D2 gene regulation in the offspring. Biol Psychiatry 2011;70:763-9.
20. Agrawal A, Neale MC, Prescott CA, Kendler KS. A twin study of early can¬nabis use and subsequent use and abuse/ dependence of other illicit drugs.Psychol Med 2004;34:1227-37.
21. Panlilio LV, Zanettini C, Barnes C, Solinas M, Goldberg SR. Prior exposure to THC increases the addictive effects of nicotine in rats. Neuropsychopharmacol¬ogy 2013;38:1198-208.
22. Levine A, Huang Y, Drisaldi B, et al. Molecular mechanism for a gateway drug: epigenetic changes initiated by nicotine prime gene expression by cocaine. SciTransl Med 2011;3:107ra109.
23. Patton GC, Coffey C, Carlin JB, Degen- hardt L, Lynskey M, Hall W. Cannabis use and mental health in young people: cohort study. BMJ 2002;325:1195-8.
24. Caspi A, Moffitt TE, Cannon M, et al. Moderation of the effect of adolescent- onset cannabis use on adult psychosis by a functional polymorphism in the catechol- O-methyltransferase gene: longitudinal evidence of a gene X environment interac¬tion. Biol Psychiatry 2005;57:1117-27.
25. Di Forti M, Sallis H, Allegri F, et al. Daily use, especially of high-potency can¬nabis, drives the earlier onset of psychosis in cannabis users. Schizophr Bull 2014 March 19 (Epub ahead of print).
26. Johnston LD, O’Malley PM, Miech RA, et al. Monitoring the Future: national sur¬vey results on drug use, 1975-2013 — overview, key findings on adolescent drug use. Ann Arbor: Institute for Social Re¬search, University of Michigan, 2014 (http:// monitoringthefuture.org/pubs/monographs/ mtf-overview2013.pdf).
27. Bray JW, Zarkin GA, Ringwalt C, Qi J. The relationship between marijuana ini¬tiation and dropping out of high school. Health Econ 2000;9:9-18.
28. Crean RD, Crane NA, Mason BJ. An evidence based review of acute and long¬term effects of cannabis use on executive cognitive functions. J Addict Med 2011; 5:1-8.
29. Lynskey M, Hall W. The effects of ad¬olescent cannabis use on educational at¬tainment: a review. Addiction 2000;95: 1621-30.
30. Macleod J, Oakes R, Copello A, et al. Psychological and social sequelae of can¬nabis and other illicit drug use by young people: a systematic review of longitudi¬nal, general population studies. Lancet 2004;363:1579-88.
31. Solowij N, Stephens RS, Roffman RA, et al. Cognitive functioning of long-term heavy cannabis users seeking treatment. JAMA 2002;287:1123-31. [Erratum, JAMA 2002;287:1651.]
32. Schweinsburg AD, Brown SA, Tapert SF. The influence of marijuana use on neurocognitive functioning in adolescents.Curr Drug Abuse Rev 2008;1:99-111.
33. Verweij KJ, Huizink AC, Agrawal A, Martin NG, Lynskey MT. Is the relation¬ship between early-onset cannabis use and educational attainment causal or due to common liability? Drug Alcohol De¬pend 2013;133:580-6.
34. Brook JS, Lee JY, Finch SJ, Seltzer N, Brook DW. Adult work commitment, fi¬nancial stability, and social environment as related to trajectories of marijuana use beginning in adolescence. SubstAbus 2013;34:298-305.
35. Brady JE, Li G. Trends in alcohol and other drugs detected in fatally injured drivers in the United States, 1999-2010. Am J Epidemiol 2014;179:692-9.
36. Lenne MG, Dietze PM, Triggs TJ, Walmsley S, Murphy B, Redman JR. The effects of cannabis and alcohol on simu¬lated arterial driving: influences of driv¬ing experience and task demand. Accid Anal Prev 2010;42:859-66.
37. Hartman RL, Huestis MA. Cannabis effects on driving skills. ClinChem 2013; 59:478-92.
38. Ramaekers JG, Berghaus G, van Laar M, Drummer OH. Dose related risk of motor vehicle crashes after cannabis use. Drug Alcohol Depend 2004;73:109-19.
39. Peck RC, Gebers MA, Voas RB, Ro¬mano E. The relationship between blood alcohol concentration (BAC), age, and crash risk. J Safety Res 2008;39:311-9.
40. Hashibe M, Morgenstern H, Cui Y, et al. Marijuana use and the risk of lung and upper aerodigestive tract cancers: results of a population-based case-control study. Cancer Epidemiol Biomarkers Prev 2006; 15:1829-34.
41. Callaghan RC, Allebeck P, Sidorchuk A. Marijuana use and risk of lung cancer: a 40-year cohort study. Cancer Causes Control 2013;24:1811-20.
42. Tashkin DP. Effects of marijuana smoking on the lung. Ann Am ThoracSoc 2013;10:239-47.
43. Pletcher MJ, Vittinghoff E, Kalhan R, et al. Association between marijuana ex¬posure and pulmonary function over 20 years. JAMA 2012;307:173-81.
44. Owen KP, Sutter ME, Albertson TE. Marijuana: respiratory tract effects. Clin Rev Allergy Immunol 2014;46:65-81.
45. Thomas G, Kloner RA, Rezkalla S. Adverse cardiovascular, cerebrovascular, and peripheral vascular effects of mari¬juana inhalation: what cardiologists need to know. Am J Cardiol 2014;113:187-90.
46. Stanley C, O’Sullivan SE. Vascular tar¬gets for cannabinoids: animal and human studies. Br J Pharmacol 2014;171:1361-78.
47. Rezkalla SH, Sharma P, Kloner RA. Coronary no-flow and ventricular tachy¬cardia associated with habitual marijuana use. Ann Emerg Med 2003;42:365-9.
48. Brown HL, Graves CR. Smoking and marijuana use in pregnancy. ClinObstetGynecol 2013;56:107-13.
49. Jutras-Aswad D, DiNieri JA, Harkany T, Hurd YL. Neurobiological consequences of maternal cannabis on human fetalde¬velopment and its neuropsychiatric out¬come.Eur Arch Psychiatry ClinNeurosci 2009;259:395-412.
50. ElSohly MA. Potency Monitoring Pro¬gram quarterly report no.123 — report¬ing period: 09/16/2013-12/15/2013. Oxford: University of Mississippi, National Center for Natural Products Research, 2014.
51. Drug Abuse Warning Network, 2011: national estimates of drug-related emer¬gency department visits. Rockville, MD: Substance Abuse and Mental Health Ser¬vices Administration, 2011 (http://www .samhsa.gov/data/2k13/DAWN2k11ED/ DAWN2k11ED.htm).
52. Joy JE, Watson SJ Jr, Benson JA Jr, eds. Marijuana and medicine: assessing the science base. Washington, DC: National Academy Press, 1999.
53. Merritt JC, Crawford WJ, Alexander PC, Anduze AL, Gelbart SS. Effect of mari¬huana on intraocular and blood pressure in glaucoma. Ophthalmology 1980;87:222-8.
54. Hepler RS, Frank IR. Marihuana smoking and intraocular pressure. JAMA 1971;217:1392.
55. Chen J, Matias I, Dinh T, et al. Finding of endocannabinoids in human eye tis¬sues: implications for glaucoma. BiochemBiophys Res Commun 2005;330:1062-7.
56. Song ZH, Slowey CA. Involvement of cannabinoid receptors in the intraocular pressure-lowering effects of WIN55212-2. J PharmacolExpTher 2000;292:136-9.
57. Nucci C, Bari M, Spano A, et al. Poten¬tial roles of (endo) cannabinoids in the treatment of glaucoma: from intraocular pressure control to neuroprotection. Prog Brain Res 2008;173:451-64.
58. Zuardi AW. Cannabidiol: from an in¬active cannabinoid to a drug with wide spectrum of action. Rev Bras Psiquiatr 2008;30:271-80.
59. Sallan SE, Zinberg NE, Frei E III. Anti¬emetic effect of delta-9-tetrahydrocanna- binol in patients receiving cancer chemo¬therapy. N Engl J Med 1975;293:795-7.
60. Parker LA, Kwiatkowska M, Burton P, Mechoulam R. Effect of cannabinoids on lithium-induced vomiting in the Suncusmurinus (house musk shrew). Psycho¬pharmacology (Berl) 2004;171:156-61.
61. D’Souza G, Matson PA, Grady CD, et al. Medicinal and recreational marijuana use among HIV-infected women in the Women’s Interagency HIV Study (WIHS) cohort, 1994-2010. J Acquir Immune DeficSyndr 2012;61:618-26.
62. Lutge EE, Gray A, Siegfried N. The medical use of cannabis for reducing morbidity and mortality in patients with HIV/AIDS. Cochrane Database Syst Rev 2013;4:CD005175.
63. Chiou LC, Hu SS, Ho YC. Targeting the cannabinoid system for pain relief? ActaAnaesthesiol Taiwan 2013;51:161-70.
64. Wilsey B, Marcotte T, Tsodikov A, et al. A randomized, placebo-controlled, crossover trial of cannabis cigarettes in neuropathic pain. J Pain 2008;9:506-21.
65. Wallace M, Schulteis G, Atkinson JH, et al. Dose-dependent effects of smoked cannabis on capsaicin-induced pain and hyperalgesia in healthy volunteers. Anes¬thesiology 2007;107:785-96.
66. Wilsey B, Marcotte T, Deutsch R, Gouaux B, Sakai S, Donaghe H. Low-dose vaporized cannabis significantly improves neuropathic pain. J Pain 2013;14:136-48.
67. Cooper ZD, Comer SD, Haney M. Comparison of the analgesic effects of dronabinol and smoked marijuana in daily marijuana smokers.Neuropsycho¬pharmacology 2013;38:1984-92.
68. Nagarkatti P, Pandey R, Rieder SA, Hegde VL, Nagarkatti M. Cannabinoids as novel anti-inflammatory drugs. Future Med Chem 2009;1:1333-49.
69. Esposito G, Filippis DD, Cirillo C, et al. Cannabidiol in inflammatory bowel dis¬eases: a brief overview. Phytother Res 2013;5:633-6.
70. Collin C, Davies P, Mutiboko IK, Rat- cliffe S. Randomized controlled trial of cannabis-based medicine in spasticity caused by multiple sclerosis. Eur J 2007; 14:290-6.
71. Centonze D, Mori F, Koch G, et al. Lack of effect of cannabis-based treatment on clinical and laboratory measures in multi¬ple sclerosis. NeurolSci 2009;30:531-4.
72. Porter BE, Jacobson C. Report of a par¬ent survey of cannabidiol-enriched canna¬bis use in pediatric treatment-resistant epi¬lepsy. Epilepsy Behav 2013;29:574-7.
73. Kogan NM, Mechoulam R. Cannabi- noids in health and disease. Dialogues ClinNeurosci 2007;9:413-30.
74. Hill TD, Cascio MG, Romano B, et al. Cannabidivarin-rich cannabis extracts are anticonvulsant in mouse and rat via a CB1 receptor-independent mechanism. Br J Pharmacol 2013;170:679-92.
75. Cristiani SA, Pukay-Martin ND, Born- stein RA. Marijuana use and cognitive function in HIV-infected people. J Neuro¬psychiatryClinNeurosci 2004;16:330-5.
76. Niedbala S, Kardos K, Salamone S, Fritch D, Bronsgeest M, Cone EJ. Passive cannabis smoke exposure and oral fluid testing. J Anal Toxicol 2004;28:546-52.
77. Degenhardt L, Hall W. Extent of illicit drug use and dependence, and their con¬tribution to the global burden of disease. Lancet 2012;379:55-70. Copyright © 2014 Massachusetts Medical Society.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.