Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Επιλόχειος ψύχωση

Ψύχωση στην Λοχεία: Καθορισμός του Κινδύνου και Αντιμετώπιση

Margaret G. Spinelli, M.D.
American Journal of Psychiatry, 2009; 166 (4): 405-408


Η κυρία «Α», μια 34χρονη παντρεμένη μητέρα που ζούσε με τον άντρα της και την πεντάχρονη κόρη της, στραγγάλισε το άρρεν βρέφος της και το σκότωσε τρεις εβδομάδες μετά την γέννησή του.  Είχε μια σχεδιασμένη, υγιή κύηση με «κάποια κατάθλιψη» την 28η εβδομάδα της κύησης.  Είχε έναν φυσιολογικό αυτόματο κολπικό τοκετό, γεννώντας ένα υγιές αγοράκι, τον «Β».  Άρχισε να θηλάζει αμέσως.  Από την δεύτερη έως την ενδέκατη ημέρα της λοχείας η κατάθλιψή της επιδεινωνόταν.  Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ούτε να σηκωθεί από το κρεβάτι της, ούτε να προσέξει την υγιεινή της.  Υποψιαζότανε ότι ο άντρας της θα έκανε κακό στον «Β».  Επίσης από την δεύτερη ημέρα της λοχείας άρχισε να έχει ιδεοληπτικές, εγω-δυστονικές εικόνες ότι πετά τον «Β» έξω από το παράθυρο.  Πίστευε, παρά τις διαβεβαιώσεις της Ψυχιάτρου της, ότι έκανε κακό στον «Β» με το γάλα των μαστών της και ότι το νεογνό έχανε βάρος.  Δεν μπορούσε να του κάνει ένα μπάνιο, πιστεύοντας ότι είχε «αέρια» ή κάτι «κακό» μέσα του και δεν έπρεπε να κινηθεί.
Την δωδέκατη ημέρα, όταν ήταν μόνη της στο αυτοκίνητο με τον «Β», σκέφθηκε να σκοτώσει το παιδί της και την ίδια, αν και «εκείνη την στιγμή δεν είχα ιδέα γιατί θα ‘πρεπε να το κάνω».  Την δέκατη τρίτη ημέρα επεχείρησε να αυτοκτονήσει με φάρμακα.  Κοιμήθηκε όλη την νύχτα και δεν ανέφερε την απόπειρα αυτοκτονίας σε κανέναν.  Σταμάτησε απότομα να τρέφει το παιδί και έπειτα αποδιοργανώθηκε και έγινε συγχυτική, μη όντας βέβαιη για το τι μπουκάλια και θηλές να χρησιμοποιήσει.  Ήταν ανήσυχη και τηλεφωνούσε νύχτα και ημέρα τις φίλες της για τις γνώμες τους.  Την δέκατη πέμπτη ημέρα αποπειράθηκε να πνίξει τον «Β» με μια πετσέτα.  Είτε ότι «δεν πιστεύω ότι ήτανε μια σκέψη.  Ήταν σαν αυτόματος πιλότος».  Ο σύζυγός της ανέβηκε πάνω και η κυρία «Α» πιστεύει ότι η παρουσία της την ταρακούνησε από την κατάσταση στην οποία ήτανε.  «Δεν είχα τον καταναγκασμό να του κάνω κακό άλλο εκείνο το απόγευμα … σκέφτηκα μόνο ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και δεν σκεφτόμουνα σωστά».  Ο σύζυγός της ήξερε ότι εκείνη δεν ήταν ο εαυτός της, αλλά δεν κατάλαβε ότι ήταν καταθλιπτική και ψυχωσική.  Η κυρία Α δεν έλαβε θεραπεία για την πάθησή της.
Την εικοστή ημέρα της λοχείας της, η κυρία «Α». ξύπνησε στις έξι και μισή το πρωί για να ταΐσει τον «Β» όταν έκλαιγε.  Ο άντρας της και η κόρη της την φίλησαν και την αποχαιρέτησαν, και ο κύριος «Α» πήγε την κόρη του στο σχολείο πριν πάει στην δουλειά.  Σύντομα αισθάνθηκε σαν να «καταλαμβανότανε».  Περιγράφει μια κατάσταση ζάλης και έκστασης με σύγχυση: «Κάτι εσωτερικό σαν μια δύναμη …δεν ήταν φωνή … αλλά δεν είχα τον έλεγχο.  Ήταν στιγμιαίο.  Δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα … Δεν είχα αισθήματα.  Συνέβαινε αλλά δεν ήταν εκεί.… Εκείνη την στιγμή δεν ήρθε τίποτα στο μυαλό μου να μου πει ‘Μη, μην το κάνεις’ …  Το μέσα μου είχε χαθεί και ήταν κάτι άλλο».  Γρήγορα έβαλε μια πετσέτα στη μύτη και στο στόμα του «Β», αλλά σταμάτησε.  Τότε η «δύναμη» έγινε έντονη.  Έβαλε ένα μικρότερο πανάκι στο στόμα του «Β» και τον στραγγάλισε με το καλώδιο του τηλεφώνου.  Αισθάνθηκε ότι δεν συνδεότανε με τα δικά της χέρια.  Όταν ο «Β» πέθανε, τον έπλυνε με μια πετσέτα, αφαίρεσε τα υπολείμματα του ομφάλιου λώρου, του άλλαξε την πάνα και έφυγε από το δωμάτιο.  Πήγε στο μπάνιο, όπου έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια να κόψει τις φλέβες της.
Η κυρία «Α» κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία και φυλακίστηκε.  Περιέγραψε το ψυχιατρικό της ιστορικό ως ευμετάβλητο με κυκλικές διακυμάνσεις, κάθε τρεις ημέρες, με δημιουργικότητα, αστεϊσμούς και μεγάλη ενεργητικότητα σε εναλλαγή με μια ψυχική διάθεση ευερέθιστη, αποσυρμένη, γεμάτη δάκρυα.  Είχε στο παρελθόν δυο μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια, εκ των οποίων ένα ήταν η επιλόχειος κατάθλιψη μετά την γέννηση της πρώτης της κόρης που συσχετιζόταν με εγω-δυστονικές εικόνες να πατάει την κόρη της στον τοίχο ή να την χτυπά με ένα σφυρί.  Αρνιότανε ότι έχει ψυχωσικές σκέψεις.  Η κατάθλιψη υποχώρησε έξι μήνες μετά δίχως θεραπεία.  Ήταν μια επιτυχημένη «σουπερ-μαμά» με την κόρη της και ενεργητική εργαζόμενη στην δουλειά της.
Η μητέρα της κυρίας «Α» είχε διαγνωστεί με διπολική διαταραχή, η οποία επιδεινώθηκε μετά την γέννηση του δεύτερου παιδιού της.  Είχε πολλές ψυχιατρικές νοσηλείες για ψυχωσικά επεισόδια με χρόνια παρανοϊκά στοιχεία και ευμετάβλητο συναίσθημα με ιδέες μεγαλείου.


Επιδημιολογία

Ο επιπολασμός της ψύχωσης της λοχείας, της επιλόχειου ψύχωσης, στον γενικό πληθυσμό είναι 1-2:1000 γεννήσεις, και η συχνότητα είναι 100 φορές μεγαλύτερη στις γυναίκες με διπολική διαταραχή ή με προηγούμενο ιστορικό ψύχωσης στην λοχεία (1).  Η διπολική διαταραχή και, σε μικρότερο βαθμό, η σχιζοφρένεια παρουσιάζουν αυξημένη επίπτωση στην ψύχωση της λοχείας (2, 3).  Οι Kendell και συνεργάτες (4), χρησιμοποιώντας δεδομένα από 54.000 γεννήσεις μιας περιόδου δώδεκα ετών,  συνέδεσαν τις καταγραφές μαιευτικών και ψυχιατρικών περιστατικών για να καθορίσουν την χρονική συσχέτιση μεταξύ της γέννησης ενός παιδιού και των ψυχιατρικών εισαγωγών για ψύχωση της λοχείας.  Βρήκαν ότι οι ψυχιατρικές εισαγωγές ήταν κατά επτά φορές πιο πιθανές τις πρώτες τριάντα ημέρες μετά την γέννηση σε σχέση με το χρονικό διάστημα της εγκυμοσύνης, υποδεικνύοντας ότι στην γένεση της επιλόχειας ψύχωσης μπορεί να εμπλέκονται μεταβολικοί παράγοντες.  Βρήκαν επίσης ότι μεταξύ των ασθενών που ανέπτυξαν επιλόχειο ψύχωση μετά τον τοκετό, το 72–80% έπασχαν από διπολική διαταραχή και το 12% από σχιζοφρένεια.  Στις ενδείξεις μιας πιθανής διάγνωσης διπολικής διαταραχής περιλαμβάνεται το ιστορικό μη διεγνωσμένων επεισοδίων μεταβολής της ψυχικής διάθεσης, οποιοδήποτε προηγούμενο επεισόδιο μανίας ή υπομανίας και ένα οικογενειακό ιστορικό διπολικής διαταραχής ή επιλόχειου ψύχωσης (5).


Φαινομενολογία

Οι Brockington και συνεργάτες (6) αναγνώρισαν μια σχέση μεταξύ της επιλόχειου ψύχωσης και της διπολικής διαταραχής σε μια σύγκριση 58 περιπτώσεων ψύχωσης με έναρξη εντός δυο εβδομάδων από την γέννηση του τέκνου και 52 επεισοδίων μη επιλόχειου ψύχωσης σε νεαρές γυναίκες.  Οι γυναίκες με επιλόχειο ψύχωση παρουσίαζαν μεγαλύτερη σύγχυση, ευμεταβλητότητα συναισθήματος, η προσοχή τους αποσπώνταν ευκολότερα και ήταν πιθανότερο να είχε παραμορφωθεί η αντίληψη του περιβάλλοντος, να εμφανίζουν παραληρήματα περίεργης φύσεως καθώς και απώλεια της μνήμης.
Χρησιμοποιώντας τυπικό νευροψυχιατρικό έλεγχο, οι Wisner και συνεργάτες (7) αναγνώρισαν μια «γνωσιακά αποδιοργανωμένη ψύχωση» στις μητέρες με συναισθηματική ψύχωση περιγεννητικής έναρξης η οποία δεν υπήρχε στις γυναίκες με συναισθηματική ψύχωση μη περιγεννητικής έναρξης.  Στην ψύχωση που συσχετιζόταν με την γέννηση τέκνου περιλαμβάνονταν η γνωσιακή έκπτωση, η εκκεντρική συμπεριφορά, η αποδιοργάνωση της σκέψης, η έλλειψη εναισθησίας, οι παραληρητικές ιδέες αναφοράς, ο παρανοϊκός ιδεασμός δίωξης, καθώς και μεγαλύτερα επίπεδα ανθρωποκτονικού ιδεασμού και συμπεριφοράς.  Στις υπόλοιπες συμπεριφορές περιλαμβάνονται οι οπτικές, απτικές και οσφρητικές ψευδαισθήσεις καθώς και μια εμφάνιση και εικόνα δίκην delirium.  Αυτή η πολύπλοκη εικόνα της συναισθηματικής (σχιζοφρενικής ή διπολικής) ψυχωσικής φαινομενολογίας που συσχετίζεται με μια εικόνα delirium αναφέρεται ιστορικά αλλά όχι σταθερά στην ψυχιατρική βιβλιογραφία για την επιλόχειο ψύχωση.
Οι Chandra και συνεργάτες (8) βρήκαν ότι η πλειονότητα των γυναικών με επιλόχειο ψύχωση (53%) είχε παραληρητικές ιδέες αναφορικά με το νεογνό, όπως η ιδέα ότι κάποιος θα σκότωνε το παιδί ή ότι το παιδί θα πάθαινε κακό από το μητρικό γάλα.  Οι Oosthuizen και συνεργάτες (9) βρήκαν σε μια σύγκριση είκοσι γυναικών με επιλόχειο ψύχωση και είκοσι γυναικών με διπολική διαταραχή ότι οι πρώτες παρουσίαζαν πιο ταχείες και έντονες μεταβολές της ψυχικής διάθεσης, μεγαλύτερη σύγχυση και περισσότερες παραληρητικές ιδέες ελέγχου, όπως ότι είναι υπό τον έλεγχο μιας υπερδύναμης που τις κάνει να δρουν τελείως εκτός του ελέγχου τους.  Οι Kadrmas και συνεργάτες (10) βρήκαν ότι το 62% των διπολικών ασθενών με επιλόχειο ψύχωση είχαν ψευδαισθήσεις και παραληρήματα κατά Schneider, τα οποία ορίζονται ως μετάδοση σκέψης, αλλότριες εμπειρίες στις οποίες οι αισθήσεις και οι δράσεις ορίζονται από μια εξωτερική δύναμη, καθώς και εμπειρίες επίδρασης στις οποίες οι παρορμήσεις, οι σκέψεις ή οι δράσεις ελέγχονται από κάποιο εξωτερικό κέντρο.


Σκέψεις Βρεφοκτονίας

Περίπου 4% των γυναικών με επιλόχειο ψύχωση διαπράττουν βρεφοκτονία (11).  Η επιλόχειος μείζονα κατάθλιψη συχνά δεν διαγιγνώσκεται.  Σε μια μελέτη (12) σαρανταπέντε παιδοκτόνων γυναικών που εισήχθησαν σε ψυχιατροδικαστική μονάδα κατά την διάρκεια μιας εικοσαετίας, κατά την είσοδό τους στο 75,6% τέθηκε η διάγνωση της μείζονος κατάθλιψης ενώ στο 24,4% η διάγνωση της διπολικής διαταραχής.  Κατά την έξοδό τους, στο 73,3% είχε επανατεθεί η διάγνωση της διπολικής διαταραχής βάσει επεισοδίων μανίας ή υπομανίας κατά την παραμονή τους εκεί.  Σε κάθε μητέρα που προσέρχεται με επιλόχειο κατάθλιψη, ο κλινικός ιατρός θα πρέπει να θέσει ερωτήματα για σκέψεις πρόκλησης κακού στον εαυτό της ή στο βρέφος και να καθορίσει αν οι σκέψεις βρεφοκτονίας είναι ιδεοληπτικές ή ψυχωσικές (2).  Οι γυναίκες με επιλόχειο κατάθλιψη συχνά παρουσιάζουν ταυτόχρονα ιδεοψυχαναγκαστικές σκέψεις (σε ποσοστό 41%– 57%), στις οποίες περιλαμβάνονται εγωδυστονικές εικόνες κακοποίησης του βρέφους, διατηρώντας όμως την λογική τους κρίση και τον έλεγχο της πραγματικότητας (13).  Στα παραδείγματα περιλαμβάνονται αιφνιδίως εμφανιζόμενες εικόνες ότι πετούν το παιδί από το παράθυρο ή κάτω από την αλλαξιέρα.  Αντιθέτως, οι παραληρητικές σκέψεις για πρόκληση κακού στο βρέφος είναι εγωσυντονικές και συσχετίζονται με ψυχωσικές πίστεις και απώλεια της επαφής και του ελέγχου της πραγματικότητας, με ψυχαναγκασμό του ατόμου να συμμορφωθεί με αυτές και με αδυναμία τους να αξιολογήσουν τις συνέπειες των πράξεών τους (13).


Αιτιολογία

Αυτή την εποχή οι σκέψεις για τα αίτια της επιλόχειου ψύχωσης εστιάζονται στην απότομη μείωση των επιπέδων των ορμονών μετά τον τοκετό και στην επίδρασή τους στην ψυχική κατάσταση.  Οι γυναίκες με διπολική διαταραχή είναι συχνά εξαιρετικά ευαίσθητες στην απότομη πτώση των επιπέδων οιστρογόνων και προγεστερόνης  μετά τον τοκετό (14).  Η φυσιολογική διαδικασία της λοχείας ξεκινά όταν τα επίπεδα μερικών ορμονών, που κατά την διάρκεια της κύησης είναι αυξημένα κατά πάνω από διακόσιες φορές, μειώνονται γρήγορα εντός 24 ωρών μετά την γέννηση.  Οι Bloch και συνεργάτες (14) παρείχαν στοιχεία για την εμπλοκή των ορμονών αυτών στην επιλόχειο κατάθλιψη προκαλώντας μια υπογοναδική κατάσταση σε μη κυοφορούσες γυναίκες χορηγώντας τους λευπρολίδη.  Προσθέτοντας σε αυτές ανώτερες του φυσιολογικού δόσεις οιστραδιόλης και προγεστερόνης για οκτώ εβδομάδες και διακόπτοντας έπειτα και τα δυο στεροειδή υπό διπλή-τυφλή μελέτη τους προσομοίωσαν ορμονολογικά τοκετό.  Πέντε από τις επτά γυναίκες με ιστορικό επιλόχειου κατάθλιψης ανέπτυξαν συμπτώματα της ψυχικής τους διάθεσης, ενώ καμία από αυτές χωρίς τέτοιο ιστορικό  δεν παρουσίασαν τέτοια συμπτωματολογία.


Οικογενειακό ιστορικό

Σε μια μελέτη οικογενειών έχει αναδειχθεί μια πρόσθετη οικογενή προδιάθεση για διπολική διαταραχή και επιλόχειο ψύχωση σε γυναίκες που πάσχουν από επιλόχειο ψύχωση.  Οι Jones & Craddock (15) βρήκαν ότι η επιλόχειος ψύχωση προσέβαλε το 74% των μητέρων με διπολική διαταραχή και τις συγγενείς γυναίκες πρώτου βαθμού της μητέρας με επιλόχειο ψύχωση, σε σύγκριση με μονο 30% των διπολικών γυναικών χωρίς ιστορικό επιλόχειου ψύχωσης.
Η ευαλωτότητα στην πυροδότηση επεισοδίων διπολικής διαταραχής με τον τοκετό μπορεί να ορίσει έναν γενετικά αντίστοιχο υπότυτο της διπολικής διαταραχής. Οι Jones και συνεργάτες (16) επέλεξαν οικογένειες με διπολική διαταραχή στις οποίες υπήρχε ένα τουλάχιστον μέλος της οικογένειάς τους με μανιακό ή ψυχωσικό επεισόδιο σε χρονικό διάστημα έξι μήνες μετά τον τοκετό.  Τα άτομα αυτά κωδικοποιήθηκαν ως πάσχοντες εάν είχε τεθεί διάγνωση διπολικής διαταραχής Ι ή ΙΙ ή σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής διπολικού τύπου.  Στην ανάλυση του γονιδιώματος, ένα σημαντικό σήμα συσχέτισης παρατηρήθηκε στο χρωμόσωμα 8q24.  Η ποικιλομορφία στο γονίδιο του μεταφορέα της σεροτονίνης επίσης ασκεί μια σημαντική επίδραση στην επιδεκτικότητα σε τέτοια επεισόδια (17).


Αντιμετώπιση

Η επιλόχειος ψύχωση είναι ένα ψυχιατρικό επείγον περιστατικό.  Είναι απαραίτητη η ενδονοσοκομειακή ψυχιατρική παρακολούθηση για να εξασφαλιστεί τόσο η μητέρα όσο και το μωρό από πλευράς ασφαλείας.  Μετά την πραγματοποίηση μιας φυσικής εξέτασης, πρέπει να γίνει αποκλεισμός τυχόν μεταβολικού αιτίου (2, 5).  Στην κλινική αξιολόγηση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται η γενική αίματος, ο  πλήρης βιοχημικός έλεγχος, ο έλεγχος θυρεοειδικής λειτουργίας, η ύπαρξη αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων, καθώς και οι τιμές ασβεστίου, βιταμίνης Β12 και φυλλικού οξέος (2).
Η θεραπεία θα πρέπει να καθορίζεται από την συμπτωματολογία (18).  Στην άμεση θεραπευτική αντιμετώπιση θα πρέπει να περιλαμβάνονται τα αντιεπιληπτικά, τα αντιψυχωσικά και οι βενζοδιαζεπίνες.  Η αϋπνία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται επιθετικά (5, 18).  Τα αντικαταθλιπτικά θα πρέπει να αποφεύγονται επειδή μπορούν να προκαλέσουν μικτά επεισόδια ή επεισόδια ταχείας ανακύκλισης (rapid-cycling).
Η ηλεκτροσπασμοθεραπεία θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψη για την αντιμετώπιση της διαταραχής που δεν ανταποκρίνεται στην συμβατική θεραπεία ή όταν απαιτείται μια ταχεία υποχώρηση της συμπτωματολογίας εξαιτίας της σοβαρότητας της διαταραχής ή ζητημάτων ασφαλείας (18).  Ο νευροενδοκρινικός ρόλος στην παθοφυσιολογία των διαταραχών της λοχείας υποδεικνύει ότι η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης θα μπορούσε να είναι θεραπευτική σε επιλόχειες συναισθηματικές διαταραχές.  Οι Ahokas και συνεργάτες (19) δοκίμασαν την υπόθεση αυτή σε δέκα γυναίκες με επιλόχειο ψύχωση κατά ICD-10 που είχαν βασικά επίπεδα οιστρογόνων ορού συμβατά με γοναδική ανεπάρκεια (19).  Τα ψυχιατρικά συμπτώματα υποχώρησαν σημαντικά με υπογλώσσια αγωγή με 17-β-οιστραδιόλη.
Μόλις αποκλειστούν τυχόν μεταβολικά αίτια για την πρόκληση οξείας ψύχωσης, η φαρμακοθεραπεία που θα ξεκινήσει θα πρέπει να βασίζεται στην υποκείμενη διάγνωση.  Μια ασθενή με γνωστή κυκλική διαταραχή της ψυχικής της διάθεσης ή με στενό συγγενή με διπολική διαταραχή είναι πιο πιθανό να βιώσει ένα επεισόδιο διπολικής διαταραχής.  Αυτή θα επωφεληθεί από ένα αντιμανιακό φάρμακο και από ένα αντιψυχωσικό (2, 5).  Τα άτυπα αντιψυχωσικά που έχουν λάβει έγκριση από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (το γνωστό FDA) για την αντιμετώπιση της διπολικής διαταραχής μπορούν να ληφθούν υπ' όψη.  Ο θηλασμός θα πρέπει να αποθαρρύνεται για την ασφάλεια του βρέφους καθώς και για να αποφευχθούν διαταραχές του ύπνου από την πλευρά της μητέρας.
Πριν το εξιτήριο από το νοσοκομείο, θα πρέπει να οργανωθεί ένα σχέδιο που θα περιλαμβάνει στενή παρακολούθηση, επαρκή ύπνο και μείωση των ψυχοπιεστικών παραγόντων (2).  Η ψυχοεκπαίδευση της οικογένειας είναι επιτακτική ανάγκη.  Ο αποχωρισμός από το βρέφος μπορεί να είναι ακόμα απαραίτητος.  Θα πρέπει κάποιος να είναι συνέχεια με το παιδί όλες τις ώρες μέχρις ότου ο ψυχίατρος που θα έχει την ευθύνη της εξωνοσοκομειακής παρακολούθησης αναφέρει ότι όλα τα συμπτώματα της ψύχωσης έχουν εξαλειφθεί.  Και ο μαιευτήρας-γυναικολόγος και ο παιδίατρος θα πρέπει να είναι ενημερωμένοι για την ψυχική κατάσταση της μητέρας.


Πρόληψη

Με δεδομένο τον μεγάλο κίνδυνο υποτροπής και επανεμφάνισης της διαταραχής στις γυναίκες με διπολική διαταραχή ή με επιλόχειο ψύχωση, η προφύλαξη αποτελεί ανάγκη επιτακτική (2).  Η πρόληψη της απώλειας του ύπνου χρονικά κοντά στον τοκετό μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή ενός επεισοδίου επιλόχειου ψύχωσης (20).  Δεν υπάρχει συμφωνία για το ποιό αντιεπιληπτικό ή αντιψυχωσικό θα πρέπει να είναι το φάρμακο πρώτης επιλογής για την πρόληψη της επανεμφάνισης επιλόχειου ψυχώσεως.  Στην επιλογή της φαρμακοθεραπείας, ο κλινικός ιατρός θα πρέπει κυρίως να λαμβάνει υπ' όψη το προηγούμενο ιστορικό επιτυχούς θεραπείας της ασθενούς για επεισόδια διαταραχής της ψυχικής διάθεσης.  Το λίθιο είναι ο σταθεροποιητής της ψυχικής διάθεσης με την μεγαλύτερη τεκμηρίωση για την προφύλαξη από την ψύχωση (21).  Μερικοί κλινικοί ιατροί συνιστούν την εισαγωγή του λιθίου αμέσως μετά τον τοκετό, και άλλοι ακόμα και κατά το δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο.
Η προσεκτική και πλήρης διερεύνηση της ψυχοπαθολογίας κάθε γυναίκας με επιλόχειο διαταραχή της διάθεσης μπορεί να καθορίσει την παρουσία ψύχωσης και να προλάβει μια βρεφοκτονία.  Οι ερωτήσεις για την παρουσία περίεργων παραληρημάτων με ιδέες επίδρασης ή η επίδραση παθητικότητας, απτικών ή οσφρητικών ψευδαισθήσεων, ή γνωσιακής έκπτωσης μπορούν να εντοπίσουν μια αρχόμενη ψύχωση.  Παρά την σοβαρότητα των συμπτωμάτων στην άμεση χρονική περίοδο της λοχείας, οι γυναίκες με επιλόχειες ψυχώσεις έχουν καλύτερη συνολική πρόγνωση σε σχέση με τις γυναίκες εκείνες που η ψύχωσή τους δεν είναι επιλόχειος, και είναι λιγότερο πιθανό να υποτροπιάσουν μετά την περίοδο της λοχείας (22).


Περίληψη και Συστάσεις

Η επιλόχειος ψύχωση είναι μια εκδήλωση της ευαλωτότητας για όλη την διάρκεια της ζωής ως προς τις συναισθηματικές διαταραχές με την γέννηση του παιδιού να είναι ο παράγοντας πρόκλησης.  Η αρχική διάγνωση που θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψη σε μια γυναίκα που προσέρχεται με επιλόχειο ψύχωση είναι η διπολική διαταραχή (2, 5).
Η γνωσιακή δυσλειτουργία και αποδιοργάνωση, η περίεργη συμπεριφορά, η σύγχυση, τα παραληρήματα και η μειωμένη αισθητηριακή αντίληψη του περιβάλλοντος και προσανατολισμός είναι συμβατά με την κλινική εικόνα ενός delirium.  Αυτό μπορεί να   χαρακτηρίσει την επιλόχειο ψύχωση ως μια διαφορετική διαγνωστική οντότητα (5) της διπολικής ψύχωσης που συσχετίζεται με delirium λόγω των μεταβολικών επιδράσεων της απότομης μείωσης των επιπέδων των ορμονών.  Η υποψία της επιλόχειου κύησης θα πρέπει να τίθεται σε κάθε ασθενή που παρουσιάζεται με επιλόχειο κατάθλιψη ή μανία και προηγούμενο ιστορικό επεισοδίων μεταβολής της ψυχικής διάθεσης που αγνοήθηκε ή δεν διαγνώστηκε και ένα οικογενειακό ιστορικό διπολικής διαταραχής.
Τεκμήρια για την επιλόχειο ψύχωση της κυρίας «Α» μπορούμε να δούμε στις παραληρητικές της σκέψεις για την υγεία του μωρού της «Β» και το κακό της γάλα από το στήθος της, την παρανοϊκή της πίστη ότι κάποιος θα κάνει κακό στο μωρό, οι παρανοϊκές της ιδέες επίδρασης και η σύγχυση, αϋπνία και ψυχοκινητική ανησυχία.  Τα περαιτέρω τεκμήρια που υποστηρίζουν την διάγνωση της κυρίας Α είναι το ιστορικό μεταβολών της ψυχικής της διάθεσης, η επιλόχειος κατάθλιψη, και η διάγνωση της διπολικής διαταραχής της μητέρας της.  Όλες οι γυναίκες θα πρέπει να ερωτώνται για τα θέματα αυτά στην προγεννητική περίοδο και να τίθεται το ερώτημα προφυλακτικής θεραπευτικής αγωγής.
Αν και η κυρία «Α» ήταν υπό ψυχοπιεστική κατάσταση εξαιτίας των αρχικών επιλόχειων ιδεοληπτικών της σκέψεων να προκαλέσει κακό στο μωρό, καταλάβαινε ότι δεν ήταν λογικές και δεν φοβότανε ότι θα τις ακολουθήσει.  Αντιθέτως, όταν βίωσε το παραλήρημα επίδρασης σύμφωνα με το οποίο ελεγχόταν από μια δύναμη μέσα της, τότε δεν είχε εναισθησία, κρίση ή επιλογές.
Πέρα από την απότομη μείωση των επιπέδων ορμονών μετά τον τοκετό, η κυρία «Α» διέκοψε απότομα τον θηλασμό, το οποίο αντιπροσωπεύει ακόμα μια ορμονική αλλαγή.  Αν και λίγα δεδομένα είναι διαθέσιμα για τις επιδράσεις του θηλασμού στην ψυχική διάθεση και κατάσταση (23), θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη αποτυχημένη απόπειρα της κυρίας «Α» συνέβη εντός της πρώτης εβδομάδας μετά την διακοπή του θηλασμού.
Όπως σημειώθηκε, η θεραπεία της ψύχωσης της λοχείας βασίζεται στην υποκείμενη διάγνωση, ενώ η φαρμακοθεραπεία στηρίζεται στους σταθεροποιητές της ψυχικής διάθεσης (αντιεπιληπτικά), στα αντιψυχωσικά και στις βενζοδιαζεπίνες.  Στην περίπτωση της κυρίας «Α», εξαιτίας του θανάτου του μωρού, αντιμετωπίστηκε με λίθιο και αντιψυχωσικά σε ψυχιατροδικαστική δομή.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Stewart D, Klompenhouwer J, Kendell R, Van Hulst A: Prophylatic lithium in puerperal psychosis: the experience of three centres. Br J Psychiatry 1991; 158:393–397
2. Sit D, Rothschild AJ, Wisner KL: A review of postpartum psychosis. J Womens Health (Larchmt) 2006; 15:352–368
3. Brockington IF: Infanticide: Motherhood and Mental Health.  New York, Oxford University Press, 1996, pp 430–468
4. Kendell RE, Chalmers JC, Platz C: Epidemiology of puerperal psychoses. Br J Psychiatry 1987; 150:662–673
5. Chaudron LH, Pies RW: The relationship between postpartum psychosis and bipolar disorder: a review. J Clin Psychiatry 2003; 64:1284–1292
6. Brockington IF, Cernik K, Schofield E, Downing A, Francis A, Keelan C: Puerperal psychosis: phenomena and diagnosis.  Arch Gen Psychiatry 1981; 38:829–833
7. Wisner KL, Peindl K, Hanusa BH: Symptomatology of affective and psychotic illnesses related to childbearing. J Affect Disord 1994; 30:77–87
8. Chandra PS, Bhargavaraman RP, Raghunandan VNGP, Shaligram D: Delusions related to infant and their association with mother-infant interactions in postpartum psychotic disorders.  Arch Womens Ment Health 2006; 9:285–288
9. Oosthuizen P, Russouw H, Roberts M: Is puerperal psychosis bipolar mood disorder? a phenomenological comparison.  Compr Psychiatry 1995; 36:77–81
10. Kadrmas A, Winokur G, Crowe R: Postpartum mania. Br J Psychiatry 1973; 135:551–554
11. Parry BL: Postpartum psychiatric syndromes, in Comprehensive Textbook of Psychiatry, 6th ed, vol 1. Edited by Kaplan H, Sadock B. Philadelphia, Williams & Wilkins, 1995, pp 1059–1066
12. Kim J-H, Choi SS, Ha K: A closer look at depression in mothers who kill their children: is it unipolar or bipolar depression? J Clin Psychiatry 2008; 69:1625–1631
13. Brandes M, Soares CN, Cohen LS: Postpartum onset obsessive-compulsive disorder: diagnosis and management. Arch Womens Ment Health 2004; 7:99–110
14. Bloch M, Schmidt PJ, Danaceau M, Murphy J, Nieman L, Rubinow DR: Effects of gonadal steroids in women with a history of postpartum depression. Am J Psychiatry 2000; 157:924–930
15. Jones I, Craddock N: Familiality of the puerperal trigger in bipolar disorder: results of a family study. Am J Psychiatry 2001; 158:913–917
16. Jones I, Hamshere M, Nangle J-M, Bennett P, Green E, Heron J, Segurado R, Lambert D, Holmans P, Corvin A, Owen M, Jones L, Gill M, Craddock N: Bipolar affective puerperal psychosis: genome-wide significant evidence for linkage to chromosome 16. Am J Psychiatry 2007; 164:1099–1104
17. Coyle N, Jones I, Robertson E, Lendon C, Craddock N: Variation at the serotonin transporter gene influences susceptibility to bipolar affective puerperal psychosis. Lancet 2000; 356:1490–1491
18. Sharma V: Pharmacotherapy of postpartum psychosis. Expert Opin Pharmacother 2003; 4:1651–1658
19. Ahokas A, Aito M, Rimon R: Positive treatment effect of estradiol in postpartum psychosis: a pilot study. J Clin Psychiatry 2000; 61:166–169
20. Sharma V, Mazmanian D: Sleep loss and postpartum psychosis.  Bipolar Disord 2003; 5:98–105
21. Grof P, Robbins W, Alda M, Berghoefer A, Vojtechovsky M, Nilsson A, Robertson C: Protective effect of pregnancy in women with lithium-responsive bipolar disorder. J Affect Disord 2000; 61:31–39
22. Rhode A, Marneros A: Postpartum psychoses: onset and long-term course. Psychopathology 1993; 26:203–209
23. Sharma V, Corpse CS: Case study revisiting the association between breastfeeding and postpartum depression. J Hum Lact 2008; 24:77–79


Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Φώτης Κόντογλου: Χριστούγεννα στη σπηλιά


Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε·
Χριστὸς ἐξ οὐϱανῶν, ἀπαντήσατε,
Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε.
Ἄ̦σατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ,
Καὶ ἐν εὐφροσύνῃ,
Ἀνυμνήσατε λαοὶ, ὅτι δεδόξασται.”


Φώτη Κόντογλου:
Χριστούγεννα στη σπηλιά


Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.

Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. Τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο.

Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.

Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!

Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.

Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.

Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.

Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.

Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.

Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.

«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.

«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»

Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.

«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.

Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας... Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!

Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»

Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.

«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»

Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.

Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:

Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».

Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.

Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.

Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.

Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.

Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.

Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.

«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!

«Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.

Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:

«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.

Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:

«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.

Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.
Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».


Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Τα παραμύθια για την σχιζοφρένεια


Τα παραμύθια για την σχιζοφρένεια

Όταν ο ψυχίατρος πρέπει να βάλει τα πράγματα στην θέση τους


Στις ιστοσελίδες υποστήριξης των ψυχικών πασχόντων και των ανθρώπων που νοιάζονται για αυτούς συναντάμε, συχνά-πυκνά, κείμενα που αναφέρονται στους «μύθους για την σχιζοφρένεια». Για τους αγγλομαθείς, ένα τέτοιο κείμενο έχει γράψει η Μαργαρίτα Ταρταρόφσκυ (θα το βρείτε σε αυτόν τον υπερσύνδεσμο), ενώ στα Ελληνικά αντίστοιχο κείμενο θα βρείτε στην νέα ιστοσελίδα της «Κλίμακας» (http://www.klimaka.org.gr). Το παρακάτω κείμενο λοιπόν δεν διεκδικεί πρωτοτόκια πρωτοτυπίας, είναι όμως η συμβολή του υποφαινόμενου στην όλη προσπάθεια που γίνεται από ανθρώπους που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ψυχικής υγείας προκειμένου να αναδειχθεί το προφανές, ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ο σχιζοφρενής ΔΕΝ είναι ο επικίνδυνος της διπλανής πόρτας, αλλά ο ψυχικά άρρωστος που δυστυχώς δεν έχει κανέναν ούτε να του μιλήσει, ούτε να νοιαστεί γι' αυτόν ούτε (φυσικά) να του γράψει ένα γράμμα...



Η σχιζοφρένεια είναι μια αρρώστια δύσκολη να την καταλάβει και να την κατανοήσει κανείς. Είναι μια πάθηση μέσα σε ένα πέπλο μυστηρίου, μια αρρώστια που στιγματίζει κοινωνικά αυτούς που πάσχουν από εκείνη και προκαλεί τον φόβο στον περίγυρό τους – είναι η λέπρα της σύγχρονης εποχής, όπως πετυχημένα μας λέει ένας συγγραφέας. Είναι μια διαταραχή δύσκολη στην αντιμετώπισή της, όπως όμως και πολλές άλλες αρρώστιες όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, οι καρδιοπάθειες, η επιληψία ή ο καρκίνος. Είναι μια αρρώστια που επιβαρύνεται από τις εικόνες στιγματισμού στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την κινηματογραφική/τηλεοπτική υποκουλτούρα, επιδεινώνοντας το αποτέλεσμα που προκαλεί ο φόβος και η άγνοια. Και αυτό το στίγμα είναι που βαρύνει περισσότερο την ζωή του κάθε πάσχοντα, που συνδέεται με μειωμένες ευκαιρίες και δυνατότητες στέγασης και εργασίας, κακή ποιότητα ζωής, χαμηλή αυτοεκτίμηση και περισσότερη ψυχοπαθολογία και ένταση. Όμως η ζωή για τους ανθρώπους αυτούς δεν είναι υποχρεωτικά η καλύτερη ή η χειρότερη – ο καθένας και η καθεμιά από αυτούς τους πάσχοντες έχει την δικιά του πορεία, ανάλογα τόσο με το ατομικό και οικογενειακό τους ιστορικό όσο και με την αντιμετώπιση του προβλήματος από το στενό οικογενειακό κυρίως αλλά και κοινωνικό του περιβάλλον. Κάθε ασθενής με σχιζοφρένεια έχει λοιπόν διαφορετική εξέλιξη. Η σχιζοφρένεια έχει πολλές μορφές με διαφορετικό τρόπο έναρξης, με διαφορετική πορεία και έκβαση και διαφορετική ανταπόκριση στη θεραπεία. Κατά συνέπεια έχει νόημα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε την αρρώστια αυτή. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο μια σοβαρή αρρώστια - έχουν να αντιμετωπίσουν την σύγχυση, τον φόβο και την αποδοκιμασία των άλλων. Όταν ο άνθρωπος για τον οποίο νοιάζεσαι πάσχει από σχιζοφρένεια ή όταν θες να μάθεις περισσότερα για αυτήν την ψυχική διαταραχή, το να κατανοήσεις καλύτερα την αρρώστια αυτή βοηθά στο να πετάξουμε το πέπλο της μυστικότητας γι αυτήν, ενώ για τους πάσχοντες η βοήθεια αυτή δεν είναι απλώς τεράστια – είναι ανεκτίμητη.

Η πρώτη, δυστυχώς κοινή, πεποίθηση που πρέπει να διαλυθεί είναι όλοι όλοι οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια είναι ίδιοι και έχουν τα ίδια συμπτώματα. Η σχιζοφρένεια δεν είναι μια ενιαία πάθηση, αλλά διακρίνεται σε τέσσερις μορφές, σε τέσσερις τύπους. Και ο κάθε τύπος διαφέρει από τον άλλο. Αλλά και πάσχοντες από τον ίδιο τύπο της νόσου διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Η σχιζοφρένεια, όπως έλεγε ένας καθηγητής, συνίσταται σε ένα μεγάλο εύρος τόσο προβλημάτων όσο και ανθρώπων.

Ένας λόγος για τον οποίο η σχιζοφρένεια περιβάλλεται από τέτοιο μυστήριο είναι γιατί δεν μπορούμε να μπούμε στο πετσί κάποιου που πάσχει από την αρρώστια αυτή. Απλά, είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε πως είναι να πάσχει κάποιος από σχιζοφρένεια. Ο καθένας από εμάς μπορεί να αισθανθεί λύπη, άγχος και οργή, αλλά δεν μπορούμε ούτε να αισθανθούμε ούτε να κατανοήσουμε την διαταραχή αυτή. Ένας ιατρός γράφει: «Εμείς που δεν έχουμε την πάθηση θα πρέπει να αναρρωτηθούμε π.χ. πώς θα αισθανόμαστε αν ο εγκέφαλός μα θα άρχιζε να μας κάνει κόλπα, αν φωνές ανθρώπων που δεν βλέπουμε μας φωνάζανε επιθετικά, εάν χάναμε την ικανότητά μας για συναισθηματική επαφή ή/και την ικανότητά μας να σκεφτούμε με σκέψη λογική».

Το δεύτερο παραμύθι που πρέπει να διαψεύσουμε είναι ότι οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια είναι απρόβλεπτοι, εκτός ελέγχου και κατά συνέπεια επικίνδυνοι. Όταν οι πάσχοντες αντιμετωπίζονται τόσο με ψυχοκοινωνικές, όσο και ψυχοφαρμακολογικές παρεμβάσεις (δηλ. φαρμακευτική αγωγή), τότε τα άτομα αυτά είναι το ίδιο ήσυχοι ή το ίδιο επικίνδυνοι όπως όλοι μας. Αν κινδυνεύουμε από κάτι, ε αυτό είναι οι εγκατελειμμένοι από την κοινωνία και τους συγγενείς τους πάσχοντες, που «πεθαίνουν κάθε ξημέρωμα» χωρίς υποστήριξη, χωρίς φαρμακευτική αγωγή και εκτεθειμένοι σε εξαρτήσεις από οινοπνευματώδη και ναρκωτικά – σε αυτούς τους ανθρώπους δυστυχώς οι πιθανότητες επιθετικής συμπεριφοράς είναι μεγαλύτερες και έγινε κατανοητό που πρέπει να αποδοθούν οι ευθύνες...
Να έχουμε στο νου μας τα εξής:

  • Η συντριπτική πλειονότητα των ατόμων με ψυχική διαταραχή δεν χρησιμοποιεί βία και γενικότερα τα άτομα με ψυχική διαταραχή ΔΕΝ είναι περισσότερο επικίνδυνα συγκρινόμενα με τον υγιή πληθυσμό.
  • Τα άτομα με σχιζοφρένεια εμφανίζουν ελαφρά αυξημένους δείκτες στα εγκλήματα βίας, ΟΜΩΣ η βία που σχετίζεται με τη σχιζοφρένεια οφείλεται κυρίως στη μη λήψη των φαρμάκων ή στην ακαταλληλότητα της θεραπείας και στην έλλειψη στήριξης και αποδοχής. Επίσης οι ασθενείς με σχιζοφρένεια που κάνουν κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών και οινοπνευματωδών διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς.
  • Οι παραληρητικές ιδέες που το περιεχόμενό τους είναι απειλητικό για τη ζωή του ασθενή αυξάνουν τον κίνδυνο εκδήλωσης βίαιης συμπεριφοράς. Άρα η κατάλληλη θεραπεία των παραληρητικών ιδεών μειώνει αισθητά τον παραπάνω κίνδυνο.
  • Η βίαιη συμπεριφορά των ατόμων με σχιζοφρένεια τις πιο πολλές φορές περιλαμβάνει βίαιες εκδηλώσεις που σχετίζονται με την επιβίωσή τους. Στην πραγματικότητα δυστυχώς, τα άτομα με σχιζοφρένεια συνήθως δεν είναι οι θύτες, αλλά τα θύματα βίαιης συμπεριφοράς ή κακοποίησης.
  • Τα εγκλήματα βίας που διαπράττονται από τα άτομα με σχιζοφρένεια έχουν διαφορετικό κίνητρο και διαφορετικά θύματα σε σχέση με αυτά που διαπράττονται από τους λεγόμενους «υγιείς». Συνήθως, στα πρώτα θύματά τους περιλαμβάνονται άτομα του στενού οικογενειακού τους περιβάλλοντος και ακολουθούν τα πρόσωπα εξουσίας, όπως πολιτικοί, ιατροί ή δικαστές.
  • Ο μόνος τρόπος για να μειωθεί η εκδήλωση βίαιης και επικίνδυνης συμπεριφοράς στους ασθενείς με σχιζοφρένεια είναι η πρόσβαση σε θεραπευτικές υπηρεσίες, η λήψη της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής και, γενικότερα, της θεραπείας καθώς και η παράλληλη μείωση του στίγματος και των διακρίσεων, που απογοητεύουν και αποθαρρύνουν όσους αναζητούν βοήθεια για τα προβλήματά τους.

Άλλοι πάλι έχουν στο μυαλό τους την σχιζοφρένεια ως ...παραλλαγή ενός κακού χαρακτήρα: οι πάσχοντες είναι τεμπέληδες, χωρίς κίνητρο, κοιμούνται συνέχεια και εύκολα πέφτουν σε σύγχυση, τα «χάνουν»… ο κατάλογος με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που φαίνεται να έχουν οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια προχωρεί κι προχωρεί. Όμως η ιδέα ότι η σχιζοφρένεια είναι ελάττωμα του χαρακτήρα είναι το ίδιο γελοία όσο το να υποδείξεις σε έναν ασθενή με επιληψία ότι θα μπορούσε να προλάβει ή να ελέγξει τις επιληπτικές του κρίσεις και τους σπασμούς του από μόνος του εάν το ήθελε, ή να πεις σε κάποιον καρκινοπαθή ότι θα μπορούσε να «αποφασίσει» να μην έχει καρκίνο εάν έτρωγε τις σωστές τροφές. Αυτό που φαίνεται στους άλλους ως προβλήματα του χαρακτήρα στην πραγματικότητα είναι συμπτώματα της ψυχικής διαταραχής.

Πολλές φορές θα ακούσουμε ότι οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια έχουν διπλή προσωπικότητα ή διχασμένη προσωπικότητα, επειδή τα άτομα αυτά συχνά συμπεριφέρονται και λειτουργούν αντιφατικά. Τα άτομα αυτά δεν έχουν ούτε «διπλή» ούτε «διχασμένη προσωπικότητα». Υπάρχουν φορές, που άλλα λένε, άλλα εννοούν και άλλα κάνουν, κι ενώ αυτό μπορεί κάποιες στιγμές να συμβεί στον καθένα, στα άτομα με σχιζοφρένεια συμβαίνει συχνότερα. Μην ξεχνάτε ότι άλλο πράγμα είναι η ψυχιατρική διαταραχή της σχιζοφρένειας και άλλο πράγμα η προσωπικότητα – και στην σχιζοφρένεια δεν επηρεάζεται η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας, αλλά η αντίληψη της πραγματικότητας, η σκέψη και η συναισθηματική κατάσταση του ατόμου.

Εύκολα θα ακουστούν απόψεις για το ότι η οικογένεια ευθύνεται για την ανάπτυξη της σχιζοφρένειας. Δεν υπάρχουν δεδομένα, που να αποδεικνύουν ότι για την σχιζοφρένεια ευθύνεται το οικογενειακό περιβάλλον, η ελλιπής διαπαιδαγώγηση ή η κακή ανατροφή. Ενώ αντίθετα υπάρχουν ερευνητικά στοιχεία, που πιστοποιούν επαρκώς τα βιολογικά αίτια της διαταραχής αυτής. Τούτο θα πρέπει να τονιστεί έντονα στο συγγενικό περιβάλλον των πασχόντων – δεν είναι σωστό να τους αφήνουμε να βασανίζονται με ενοχές και τύψεις χωρίς αντίκρυσμα ότι τάχατε αυτοί φταίνε με την συμπεριφορά τους για την ψυχική κατάσταση των ανθρώπων τους. Σήμερα, έχει αποδειχθεί ότι οι οικογενειακές σχέσεις μπορεί να μην ευθύνονται για τη εμφάνιση της σχιζοφρένειας αλλά μπορούν όμως με βεβαιότητα να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά την εξέλιξή της με την κατάλληλη στάση τους απέναντι στον πάσχοντα. Ο σταυρός που καλούνται να σηκώσουν και να υπομείνουν οι οικογένειες αυτές είναι μεγάλος, και η αλληλεπίδρασή μας μαζί τους πρέπει να εμπεριέχει τα στοιχεία της υποστήριξης, της κατανόησης και της συμπαράστασης – οι εύκολες κατηγορίες, η απόρριψη και η ενοχοποίηση δεν έχουν θέση σε μια αξιοπρεπή αντιμετώπιση.

Στον εξωτερικό παρατηρητή οι πάσχοντες μπορεί να φαίνονται σαν άτομα χωρίς κίνητρο που συχνά βιώνουν γνωσιακές δυσκολίες στο να λύνουν προβλήματα, στο να εστιάζουν την προσοχή τους και να συγκεντρώνονται, στο να θυμούνται αλλά και στο να επεξεργάζονται τις πληροφορίες. Μπορεί να ξεχνάνε να πάρουν τα φάρμακά τους. Μπορεί να μιλάνε ασυνάρτητα και τα λόγια τους να μην έχουν νόημα. Μπορεί να τους είναι δύσκολο να οργανώσουν τις σκέψεις τους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν χάζεψαν – όλα όσα είπαμε πιο πάνω είναι συμπτώματα της σχιζοφρένειας και δεν έχουν να κάνουν με τον χαρακτήρα ή με την προσωπικότητα του ατόμου. Υπ' όψη ότι άλλο σχιζοφρένεια και άλλο νοητική υστέρηση – πρόκειται για δυο σαφώς διαφορετικές διαταραχές. Η σχιζοφρένεια προσβάλλει άτομα ανεξάρτητα από το νοητικό τους επίπεδο ενώ ένα άτομο με νοητική υστέρηση δε σημαίνει ότι έχει απαραίτητα κάποια άλλη ψυχική διαταραχή. Ούτε ότι ένα άτομο με σχιζοφρένεια, όταν εμφανίζει προβλήματα από τη σκέψη του, σημαίνει ότι έχει μειωμένη νοημοσύνη.

Πολλοί πιστεύουν ότι οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια δεν μπορούν να συμμετάσχουν σε αποφάσεις που αφορούν την θεραπεία τους, επειδή υπάρχουν φάσεις πραγματικά δύσκολες στην πορεία της διαταραχής τους όπως η έναρξη ή οι υποτροπές, οπότε όντως η ικανότητα των πασχόντων να πάρουν τέτοιες αποφάσεις είναι περιορισμένη. Όμως για τους περισσότερους πάσχοντες ισχύει ότι και μπορούν, και πρέπει, αλλά και θέλουν να συμμετέχουν στις αποφάσεις που αφορούν τη θεραπεία τους. Και υπάρχουν οι φάσεις ύφεσης της νόσου στις οποίες ο πάσχων μπορεί να συμμετέχει ενεργά στην θεραπεία του. Το να συμμετέχουν λοιπόν οι πάσχοντες και το υποστηρικτικό τους περιβάλλον στη λήψη αποφάσεων βοηθά στην σωστή αλληλεπίδραση με τους ιατρούς και τους θεραπευτές, βελτιώνει το τελικό αποτέλεσμα και ενισχύει τη συμμόρφωση στη θεραπεία.

Αντίθετα με ότι πιστεύεται, τα άτομα με σχιζοφρένεια μπορούν να εργαστούν – κατορθώνουν να το κάνουν ακόμη κι αν παρουσιάζουν συμπτώματα. Οι περισσότερες μελέτες έχουν δείξει, ότι τα άτομα που πάσχουν από σοβαρές ψυχικές ασθένειες βελτιώνονται πολύ όταν εργάζονται και γενικά φαίνεται ότι η εργασία συμβάλλει στη θεραπεία. Η εργασία επιτρέπει στα άτομα με σχιζοφρένεια να έρχονται σε επαφή με ομάδες υγιών και αυξάνει τις πιθανότητες ανάπτυξης σχέσεων με τους άλλους.

Πολύ εύκολα λέγεται επίσης ότι κανείς δεν μπορεί να θεραπευτεί από την σχιζοφρένεια. Το να προβάλλουμε στην κοινωνία ότι δεν υπάρχει τρόπος ριζικής εκρίζωσης της σχιζοφρένειας, ενώ υπάρχουν δυνατότητες αντιμετώπισής της, τσακίζει και τους πάσχοντες και το περιβάλλον τους. Κάθε ασθενής με σχιζοφρένεια έχει τον δικό του τύπο της νόσου και φυσικά διαφορετική εξέλιξη. Η σχιζοφρένεια έχει πολλές μορφές με διαφορετικό τρόπο έναρξης, με διαφορετική πορεία και έκβαση και διαφορετική ανταπόκριση στη θεραπεία. Ναι, η σχιζοφρένεια μπορεί να μην θεραπεύεται ριζικά, αλλά με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή μπορεί να έχει μια εξαιρετική αντιμετώπιση, όπως και οι καρδιοπάθειες και ο σακχαρώδης διαβήτης. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να βυθίζουμε ασυναίσθητα και ατεκμηρίωτα αυτούς τους ανθρώπους στην απόγνωση.

Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου συνήθης πρακτική ήτανε ο εγκλεισμός των ατόμων αυτών σε ψυχιατρικά ιδρύματα (όταν το περιβάλλον τους δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να τους διαχειριστεί), σήμερα γνωρίζουμε ότι το σωστό είναι τα άτομα με σχιζοφρένεια να εισάγονται σε κατάλληλες ψυχιατρικές κλινικές μόνο για όσο και όταν αυτό είναι αναγκαίο, όταν δηλαδή κυριαρχούν τα οξέα συμπτώματα της νόσου που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σε εξωτερική βάση. Η σχιζοφρένεια σήμερα μπορεί να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά έξω από το ίδρυμα, στην κοινότητα. Το κρίσιμο σημείο είναι η σωστή φαρμακοθεραπεία και η συμμόρφωση με αυτήν. Να μην ξεχνάμε ότι οι μακροχρόνιες νοσηλείες (ουσιαστικά εγκλεισμοί) στερούν τους ανθρώπους αυτούς από κοινωνικά ερεθίσματα, τους στέλνουν στο περιθώριο της ζωής, τους απομονώνουν και κάνουν την επιστροφή τους στην κοινωνία δύσκολη.

Όταν σκεφτόμαστε για τα φάρμακα που δίνονται για την αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας, τα αντιψυχωσικά φάρμακα, σκεφτόμαστε αμέσως για τους πάσχοντες αυτούς επίθετα όπως ληθαργικοί, αποχαυνωμένοι, χωρίς ενδιαφέροντα και «παρατημένοι». Πολλοί ατυχώς πιστεύουν ότι τα συμπτώματα αυτά τα προκαλεί η φαρμακευτική τους αγωγή. Και όμως, αυτά τα συμπτώματα είναι είτε από την ψυχική διαταραχή αυτή καθεαυτή είτε από την υπερβολική λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Οι εικόνες τύπου ζόμπι είναι πλέον εξαιρετικά λίγες σε σχέση με τους μεγάλους αριθμούς πασχόντων που δεν έχουν λάβει ποτέ κάποιο από τα κατάλληλα φάρμακα για την ψυχική αυτή διαταραχή. Η φαρμακευτική αγωγή είναι η κορωνίδα της θεραπευτικής αντιμετώπισης της σχιζοφρένειας – τα αντιψυχωσικά φάρμακα αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις βασανιστικές ψευδαισθήσεις, τα παραληρήματα, τις σκέψεις της σύγχυσης και τις παράλογες συμπεριφορές. Ναι, τα φάρμακα αυτά αυτά μπορεί να έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες και κάποιες φορές αυτές να είναι σοβαρές – μόνο που με την τακτική ιατρική παρακολούθηση και την επαγρύπνηση του ψυχιάτρου αυτές μπορούν να αντιμετωπιστούν και οι συνέπειές τους να μειωθούν. Άλλωστε, σε αυτά τα φάρμακα οφείλουμε την θεραπευτική αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας τον τελευταίο μισό αιώνα περίπου, ενώ την τελευταία εικοσαετία εμφανίστηκαν τα βελτιωμένα δεύτερης γενεάς αντιψυχωσικά φάρμακα με σαφώς λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Τέλος, τι να πει κανείς για αυτούς που πιστεύουν στα κακά πνεύματα και στα μάγια, και που συγκεκριμένα αποδίδουν την σχιζοφρένεια σε αυτά... Ή μάλλον πόσο κακό προκαλούν στους πάσχοντες τέτοιες δοξασίες, όταν επιβεβαιώνουν σε αυτούς τις ψευδαισθήσεις τους και τα παραληρήματά τους...



Τα παραμύθια για τη σχιζοφρένεια δεν σταματούν όμως εδώ.

Είναι σημαντικό λοιπόν, όπως συχνά επισημαίνεται, να γνωρίζουμε ότι:

  • Η σχιζοφρένεια δεν προκαλείται από κατάρες και από «κακό μάτι».
  • Η σχιζοφρένεια δεν είναι η τιμωρία του Θεού για τις αμαρτίες της οικογένειας.
  • Η σχιζοφρένεια δεν προκαλείται από έλλειψη θρησκευτικής πίστης.
  • Η σχιζοφρένεια δεν είναι το αποτέλεσμα ερωτικής απογοήτευσης.
  • Η σχιζοφρένεια δεν οφείλεται στην υπερβολική μελέτη.
  • Η σχιζοφρένεια δεν προκαλείται από τον αυνανισμό.
  • Η σχιζοφρένεια δεν είναι μεταδοτική.